Η Ηλαίην, κρύβοντας το δικό της χασμουρητό με το χέρι της, σηκώθηκε και μάζεψε τα πάντα, κρύβοντας το δίσκο κάτω από το κρεβάτι της Νυνάβε. Δεν χρειάστηκε πολλή ώρα για να βγάλει το φόρεμα της Νυνάβε και να την ξαπλώσει στο κρεβάτι σε πιο άνετη θέση, αλλά ακόμα κι αυτό δεν την ξύπνησε. Όσο για την ίδια, όταν έσβησε το κερί κι αγκάλιασε το μαξιλάρι της, έμεινε ξυπνητή, ατενίζοντας το σκοτάδι, βυθισμένη σε σκέψεις. Ο Ραντ προσπαθούσε να τα βάλει με τις Άες Σεντάι που είχε στείλει η Ελάιντα; Θα τον έτρωγαν ζωντανό. Σχεδόν ευχόταν να είχε δεχθεί την πρόταση της Νυνάβε όταν είχε μια πιθανότητα επιτυχίας. Ήταν σίγουρα ότι θα τον καθοδηγούσε να ξεφύγει από τις παγίδες τους —ο Θομ είχε προσθέσει πολλά σ’ όσα της είχε διδάξει η μητέρα της— κι ο Ραντ θα την άκουγε. Εκτός αυτού, μ’ αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε να τον δεσμεύσει. Στο κάτω-κάτω, δεν περίμενε να βάλει το επώμιο για να δεσμεύσει τη Μπιργκίτε· γιατί έπρεπε να περιμένει για τον Ραντ;
Άλλαξε θέση και χώθηκε πιο βαθιά στο μαξιλάρι της. Έπρεπε να περιμένει. Ο Ραντ ήταν στο Κάεμλυν, όχι στο Σαλιντάρ. Για στάσου, η Σιουάν είχε πει ότι ήταν στην Καιρχίν. Πώς...; Ήταν ξεθεωμένη· η σκέψη έσβησε. Η Σιουάν. Η Σιουάν ακόμα έκρυβε κάτι· ήταν σίγουρη.
Την αγκάλιασε ο ύπνος, και μαζί του ήρθε ένα όνειρο, στο οποίο υπήρχε μια βάρκα με τη Ληάνε να κάθεται στην πλώρη φλερτάροντας έναν άνδρα, του οποίου το πρόσωπο ήταν διαφορετικό κάθε φορά που το κοίταζε η Ηλαίην. Στην πρύμνη τσακώνονταν η Σιουάν κι η Νυνάβε, που καθεμιά προσπαθούσε να στρίψει προς διαφορετική κατεύθυνση — ώσπου σηκώθηκε η Ηλαίην κι ανέλαβε τη διακυβέρνηση. Σε ώρα ανάγκης, το γεγονός ότι ο καπετάνιος κρατούσε μυστικά ήταν αρκετός λόγος για ανταρσία.
Το πρωί η Σιουάν κι η Ληάνε επέστρεψαν πριν καν η Νυνάβε ανοίξει τα μάτια της, κάτι που έφτανε και με το παραπάνω για να θυμώσει αρκετά ώστε να διαβιβάσει. Αλλά μάταια. Αυτό που είχε ήδη Θεραπευθεί δεν μπορούσε να Θεραπευθεί ξανά.
«Θα κάνω ό,τι μπορώ, Σιουάν», είπε η Ντελάνα, γέρνοντας μπροστά για να χτυπήσει απαλά την άλλη γυναίκα στο μπράτσο. Ήταν μόνες στο καθιστικό και δεν είχαν αγγίξει καν τα φλιτζάνια του τσαγιού στο τραπεζάκι ανάμεσα στις καρέκλες τους.
Η Σιουάν αναστέναξε, δείχνοντας αποκαρδιωμένη, αν κι η Ντελάνα δεν ήξερε τι περίμενε η γυναίκα μετά το ξέσπασμά της μπροστά στην Αίθουσα. Από τα παράθυρα χυνόταν το φως του πρωινού, και μέσα της σκεφτόταν ότι δεν είχε φάει ακόμα πρόγευμα, αλλά επρόκειτο για τη Σιουάν. Η κατάσταση ήταν μπερδεμένη και της Ντελάνα δεν της άρεσαν τα μπερδέματα. Είχε πείσει τον εαυτό της να μην βλέπει την παλιά φίλη της στο πρόσωπο αυτής της γυναίκας —κάτι διόλου δύσκολο, εφόσον δεν έμοιαζε καθόλου με τη Σιουάν Σάντσε που θυμόταν η Ντελάνα— όμως το ότι είχε ξαναδεί τη Σιουάν, μια Σιουάν νεαρή κι όμορφη, ήταν μόνο το πρώτο σοκ. Το δεύτερο ήταν ότι η Σιουάν είχε φανεί στο κατώφλι της, πριν ακόμα χαράξει, ζητώντας βοήθεια· η Σιουάν ποτέ δεν ζητούσε βοήθεια. Και μετά είχε έρθει το μεγαλύτερο σοκ, εκείνο που επανερχόταν κάθε φορά που η Ντελάνα βρισκόταν πρόσωπο με πρόσωπο με τη Σιουάν από τότε που εκείνη η αλ’Μεάρα είχε κάνει το απίστευτο θαύμα της. Ήταν δυνατότερη από τη Σιουάν, πολύ δυνατότερη· η κατάσταση ήταν πάντα αντεστραμμένη· η Σιουάν πάντα έπαιρνε τα ηνία τότε που ήταν μαθητευόμενες, ακόμα και πριν γίνουν Αποδεχθείσες. Πάντως, δεν έπαυε να είναι η Σιουάν, και μάλιστα ταραγμένη, κάτι που η Ντελάνα δεν θυμόταν από άλλες φορές. Η Σιουάν μπορούσε να ταραχτεί, αλλά δεν σε άφηνε να το δεις. Την ενοχλούσε το ότι δεν μπορούσε να κάνει περισσότερα για τη γυναίκα που κάποτε έκλεβε μελόπιτες μαζί της κι αρκετές φορές είχε αναλάβει την ευθύνη για φάρσες στις οποίες ήταν αναμεμιγμένες κι οι δύο.
«Σιουάν, ένα πράγμα μπορώ να κάνω. Η Ρομάντα με μεγάλη χαρά θα έθετε υπό την εποπτεία της Αίθουσας εκείνα τα άτιμα τα τερ’ανγκριάλ των ονείρων. Δεν έχει αρκετές Καθήμενες με το μέρος της για να κερδίσει την ψηφοφορία, αλλά αν η Σέριαμ πιστεύει ότι τις διαθέτει, αν πιστεύει ότι χρησιμοποίησες την επιρροή σου στη Λελαίν και σε μένα για να τη σταματήσεις, τότε δεν θα μπορέσει να σου αρνηθεί. Ξέρω ότι η Λελαίν θα συμφωνήσει. Αλλά δεν μπορώ να φανταστώ γιατί άραγε θέλεις να συναντήσεις αυτές τις Αελίτισσες. Η Ρομάντα χαμογελά σαν γάτα στην τραπεζαρία, καθώς βλέπει τη Σέριαμ να τριγυρνά φουρκισμένη ύστερα από αυτές τις συναντήσεις. Με τα νευράκια που έχεις εσύ, θα πάθεις τίποτα». Τι αλλαγή. Κάποτε δεν θα της περνούσε από το νου να αναφέρει τα νεύρα της Σιουάν· τώρα το ανέφερε χωρίς να το σκεφτεί.
Ένα χαμόγελο φάνηκε στο χαμηλωμένο πρόσωπο της Σιουάν. «Κάτι τέτοιο έλπιζα να κάνεις. Θα μιλήσω στη Λελαίν. Και στην Τζάνυα· νομίζω ότι η Τζάνυα θα βοηθήσει. Πρέπει να φροντίσεις, όμως, να μην το κάνει στ’ αλήθεια πράξη η Ρομάντα. Από τα λίγα που ξέρω, η Σέριαμ έχει μάθει πάνω-κάτω πώς να συμπεριφέρεται σ’ αυτές τις Αελίτισσες. Φοβάμαι ότι η Ρομάντα θα χρειαστεί να αρχίσει από το μηδέν. Φυσικά, μπορεί αυτό να μην είναι σημαντικό για την Αίθουσα, αλλά θα προτιμούσα να μη τις συναντήσω για πρώτη φορά όταν όλες θα είναι σαν ψάρια στη στεριά».