Выбрать главу

Η Ντελάνα έκρυψε το χαμόγελο της καθώς συνόδευε τη Σιουάν στην εξώπορτα και την αγκάλιαζε. Ναι, θα ήταν σημαντικό για την Αίθουσα να καθησυχάσει τις Σοφές, αν κι η Σιουάν δεν μπορούσε να το γνωρίζει αυτό. Παρακολούθησε τη Σιουάν να προχωρά βιαστικά στο δρόμο πριν ξαναμπεί μέσα. Της φαινόταν ότι τώρα αυτή θα αναλάμβανε το ρόλο του προστάτη. Έλπισε ότι θα τα κατάφερνε όσο καλά τα είχε καταφέρει η φίλη της.

Το τσάι ήταν ακόμα ζεστό και σκέφτηκε να στείλει τη Μιέσα να φέρει λίγα μικρά κέηκ και φρούτα, αλλά όταν ακούστηκε ένα δειλό χτύπημα στην πόρτα του καθιστικού, δεν ήταν η Μιέσα αλλά η Λουσίλντε, μια από τις μαθητευόμενες που είχαν φέρει από τον Πύργο.

Η κοκαλιάρα κοπελίτσα έκανε μια νευρική γονυκλισία, αλλά η Λουσίλντε ήταν πάντα νευρική. «Ε, Ντελάνα Σεντάι; Μια γυναίκα έφτασε σήμερα το πρωί και, ε, η Ανάγια Σεντάι είπε ότι πρέπει να τη φέρω σε σένα. Ε, το όνομά της είναι Χάλιμα Σαράνοφ. Λέει, ε, ότι σε γνωρίζει».

Η Ντελάνα άνοιξε το στόμα για να πει ότι δεν είχε ακούσει ποτέ για κάποια Χάλιμα Σαράνοφ, και μια γυναίκα εμφανίστηκε στο κατώφλι. Η Ντελάνα άθελά της έμεινε να την κοιτάζει. Η γυναίκα κατάφερνε να δείχνει ταυτόχρονα λυγερή και χυμώδης, και φορούσε ένα σκούρο γκρι φόρεμα ιππασίας με εξωφρενικά χαμηλό ντεκολτέ· τα μακριά, στιλπνά μελαχρινά μαλλιά της ήταν σαν κορνίζα σε ένα πρόσωπο με καταπράσινα μάτια, το οποίο σίγουρα έκανε τους άνδρες που το κοίταζαν να χάσκουν. Φυσικά, όμως, η Ντελάνα δεν την κοίταζε γι’ αυτό το λόγο. Η γυναίκα είχε τα χέρια ίσια κάτω στα πλευρά της, αλλά οι αντίχειρες ήταν χωμένοι προς τα μπρος περνώντας ανάμεσα από το δείκτη και το μέσο. Η Ντελάνα δεν περίμενε να δει αυτή την κίνηση από γυναίκα που δεν φορούσε το επώμιο, κι η Χάλιμα Σαράνοφ δεν μπορούσε καν να διαβιβάσει. Ήταν αρκετά κοντά της ώστε η Ντελάνα να είναι σίγουρη γι’ αυτό.

«Ναι», είπε η Ντελάνα, «μου φαίνεται ότι τη θυμάμαι. Άφησέ μας, Λουσίλντε. Και, παιδί μου, προσπάθησε να μη λες συνέχεια “ε”». Η Λουσίλντε έκλινε το γόνυ τόσο απότομα και βαθιά που παραλίγο θα έπεφτε. Υπό άλλες συνθήκες, η Ντελάνα θα αναστέναζε· ποτέ της δεν τα πήγαινε καλά με τις μαθητευόμενες, αν και δεν καταλάβαινε γιατί.

Πριν καλά-καλά βγει η μαθητευόμενη από το δωμάτιο, η Χάλιμα πλησίασε λικνιστικά την καρέκλα όπου πριν ήταν η Σιουάν και κάθισε χωρίς να ζητήσει την άδεια. Πήρε ένα φλιτζάνι που δεν το είχαν αγγίξει, σταύρωσε τα πόδια κι ήπιε μια γουλίτσα, παρακολουθώντας την Ντελάνα πάνω από το χείλος του.

Η Ντελάνα της έριξε μια σκληρή ματιά. «Μα ποια νομίζεις ότι είσαι; Όσο υψηλή θέση κι αν νομίζεις ότι κατέχεις, δεν υπάρχουν ανώτερες από τις Άες Σεντάι. Και πού το έμαθες αυτό το σινιάλο;» Για πρώτη ίσως φορά στη ζωή της, η ματιά δεν έφερε αποτέλεσμα.

Η Χάλιμα της χαμογέλασε κοροϊδευτικά. «Στ’ αλήθεια πιστεύεις ότι τα μυστικά του... του πιο σκοτεινού Άτζα, ας πούμε, είναι τόσο καλοφυλαγμένα; Όσο για την ανώτερη θέση σου, ξέρεις πολύ καλά ότι αν ένας ζητιάνος σου έδινε τα κατάλληλα σημάδια, θα έσπευδες να υπακούσεις. Η ιστορία που θα πω είναι ότι συνταξίδευα για ένα διάστημα με κάποια Καμπριάνα Μεκάντες, μια Γαλάζια αδελφή. Δυστυχώς, η Καμπριάνα σκοτώθηκε πέφτοντας από το άλογο της κι ο Πρόμαχος της από κει κι έπειτα αρνιόταν να βγει από τις κουβέρτες του και να φάει έστω και μια μπουκιά. Πέθανε κι αυτός». Η Χάλιμα χαμογέλασε σαν να ρωτούσε αν η Ντελάνα τα παρακολουθούσε όλα αυτά. «Η Καμπριάνα κι εγώ μιλούσαμε αρκετά πριν πεθάνει, και μου είπε για το Σαλιντάρ. Μου είπε επίσης ορισμένα πράγματα που είχε μάθει σχετικά με τα σχέδια του Λευκού Πύργου για σας εδώ πέρα. Και για τον Αναγεννημένο Δράκοντα». Άλλο ένα χαμόγελο, μια αστραπή λευκών δοντιών, και ήπιε πάλι από το τσάι της, παρακολουθώντας την ξανά.

Η Ντελάνα δεν ήταν γυναίκα που σήκωνε εύκολα τα χέρια. Είχε πείσει βασιλιάδες να συνάψουν ειρήνη ενώ ήθελαν πόλεμο, είχε τραβήξει βασίλισσες από το αυτί για να υπογράψουν συμφωνίες που έπρεπε να υπογραφούν. Ήταν αλήθεια το ότι θα υπάκουγε κι ένα ζητιάνο αν αυτός έκανε τα κατάλληλα σινιάλα κι έλεγε τα κατάλληλα λόγια, αλλά τα χέρια της Χάλιμα είχαν ισχυριστεί πως η γυναίκα ήταν του Μαύρου Άτζα, που προφανώς δεν ίσχυε. Ίσως πίστευε πως ήταν ο μόνος τρόπος να κάνει τη Ντελάνα να τη δεχθεί, κι ίσως ήθελε να επιδείξει τις απαγορευμένες γνώσεις της. Η Ντελάνα δεν είχε συμπαθήσει καθόλου τη Χάλιμα. «Υποθέτω, λοιπόν, ότι δουλειά μου είναι να δεχθεί η Αίθουσα τις πληροφορίες σου», είπε απότομα. «Δεν θα είναι δύσκολο, αρκεί να ξέρεις αρκετά για την Καμπριάνα ώστε να επιβεβαιώσεις την ιστορία σου. Σ’ αυτό δεν μπορώ να σε βοηθήσω· το πολύ να τη συνάντησα δυο φορές. Υποθέτω ότι δεν υπάρχει πιθανότητα να εμφανιστεί και να σου χαλάσει το παραμύθι;»