Выбрать главу

«Εντελώς απίθανο». Και πάλι φάνηκε εκείνο το σύντομο, κοροϊδευτικό χαμόγελο. «Επίσης, θα μπορούσα να εξιστορήσω ολόκληρη τη ζωή της Καμπριάνα. Ξέρω πράγματα που είχε ξεχάσει κι η ίδια».

Η Ντελάνα απλώς ένευσε. Ήταν κρίμα να σκοτώνονται αδελφές, μα όταν έπρεπε να γίνει, έπρεπε να γίνει. «Τότε δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Η Αίθουσα θα σε δεχθεί ως προσκεκλημένη και θα φροντίσω να σε ακούσουν».

«Δεν είχα υπ’ όψιν μου να εμφανιστώ ως προσκεκλημένη. Κάτι πιο μόνιμο, θα έλεγα. Γραμματέας σου, ή, καλύτερα, σύντροφός σου. Πρέπει να εξασφαλίσω ότι η Αίθουσά σας θα έχει προσεγμένη καθοδήγηση. Εκτός από αυτή την ιστορία για τα νέα της Καμπριάνα, πού και πού θα έχω να σου δίνω εντολές».

«Για άκουσέ με πια! Είναι—!»

Η Χάλιμα τη διέκοψε χωρίς να υψώσει τη φωνή της. «Μου είπαν να σου αναφέρω ένα όνομα. Ένα όνομα που χρησιμοποιώ μερικές φορές. Άραν’γκαρ».

Η Ντελάνα σωριάστηκε στην καρέκλα. Το όνομα ακουγόταν στα όνειρά της. Για πρώτη φορά εδώ και χρόνια, η Ντελάνα Μοσαλαίν γεύτηκε φόβο.

31

Κόκκινο Βουλοκέρι

Ο ήχος των οπλών του μαύρου μουνουχιού σχεδόν πνιγόταν από την οχλοβοή του Άμαντορ, καθώς ο Ήμον Βάλντα προχωρούσε αργά στους πολυπληθείς δρόμους. Ιδρώτας κυλούσε από κάθε πόρο του κορμιού του, ενώ η καλογυαλισμένη πλεχτή πανοπλία κι ο θώρακας που άστραφταν παρά το στρώμα σκόνης, όπως κι ο χιονάτος μανδύας που απλωνόταν στα ισχυρά καπούλια του μουνουχιού δεν βοηθούσαν την κατάσταση. Ο καβαλάρης, όμως, δεν έδινε σημασία, λες κι ήταν μια όμορφη ανοιξιάτικη μέρα. Έβαζε τα δυνατά του για να αγνοεί τους βρώμικους άνδρες και τις γυναίκες, ακόμα και τα παιδιά, όλοι με χαμένη έκφραση και ρούχα φθαρμένα από το ταξίδι. Ακόμα κι εδώ. Ακόμα κι εδώ.

Για μια φορά στη ζωή του, τα μεγάλα πέτρινα τείχη του Φρουρίου του Φωτός, πυργοστόλιστα, φέροντα λάβαρα κι απόρθητα, προμαχώνες για την αλήθεια και το σωστό, δεν του ανύψωσαν το ηθικό. Αφίππευσε στην κεντρική αυλή, πέταξε τα χαλινάρια σε ένα Τέκνο δίνοντας του οργισμένα οδηγίες να προσέξει το ζωντανό· ο άλλος, φυσικά, ήξερε τι να κάνει, όμως ο Βάλντα ήθελε να βάλει σε κάποιον τις φωνές. Άνδρες με λευκούς μανδύες έτρεχαν από δω κι από κει δίνοντας εντύπωση δραστηριότητας παρά το λιοπύρι. Ευχήθηκε να μην έμεναν μόνο στην εντύπωση.

Ο νεαρός Ντάιν Μπόρνχαλντ ήρθε τρεχάλα από την άλλη μεριά της αυλής και πίεσε τη γροθιά στον πλεχτό θώρακα του με ένα ενθουσιώδη χαιρετισμό. «Το Φως να σε φωτίζει, Άρχοντα Ταξιάρχη. Ήταν καλό το ταξίδι από την Ταρ Βάλον, ναι;» Τα μάτια του ήταν κατακόκκινα και το κορμί του ανέδιδε οσμή από μπράντυ. Δεν υπήρχε καμία δικαιολογία για να πίνεις κατά τη διάρκεια της μέρας.

«Αν μη τι άλλο ήταν γρήγορο», μούγκρισε ο Βάλντα, βγάζοντας με κοφτές κινήσεις τα γάντια και χώνοντάς τα στη ζώνη του σπαθιού του.

Δεν ήταν το μπράντυ, αν κι αυτό θα σημειωνόταν σε βάρος του Ντάιν. Το ταξίδι ήταν γρήγορο, για τέτοια απόσταση. Σκόπευε να αφήσει τη λεγεώνα να περάσει ένα βράδυ στην πόλη, σαν ανταμοιβή, όταν τελείωναν το στήσιμο του στρατοπέδου έξω. Μπορεί να ήταν γρήγορο το ταξίδι, αλλά δεν του άρεσαν οι διαταγές που τον είχαν ανακαλέσει τη στιγμή που μια δυνατή σκουντιά ίσως σώριαζε κάτω τον σακατεμένο Πύργο κι έθαβε τις μάγισσες στα χαλάσματα. Αξιοσημείωτη διαδρομή, όμως κάθε μέρα έρχονταν χειρότερα νέα. Υπήρχε ο αλ’Θόρ στο Κάεμλυν. Δεν είχε σημασία αν ήταν ψεύτικος Δράκοντας ή ο αληθινός· μπορούσε να διαβιβάζει, κι όποιος άνδρας το έκανε αυτό ήταν σίγουρα Σκοτεινόφιλος. Υπήρχαν όχλοι Δρακορκισμένων στην Αλτάρα. Υπήρχε ο λεγόμενος Προφήτης και τα αποβράσματά του στη Γκεάλνταν, στην ίδια την Αμαδισία.

Τουλάχιστον, είχε καταφέρει να σκοτώσει μερικά από κείνα τα υποκείμενα, αν κι ήταν δύσκολο να πολεμάς με εχθρό που συχνότερα προτιμούσε να εξαφανιστεί παρά να σταθεί να σε πολεμήσει, που γινόταν ένα με τα καταραμένα ποτάμια των προσφύγων, και, το χειρότερο, των άμυαλων περιπλανώμενων που νόμιζαν ότι ο αλ’Θόρ είχε καταλύσει κάθε είδους τάξη. Είχε βρει λύση, όμως, έστω κι αν δεν ήταν τελείως ικανοποιητική. Οι δρόμοι πίσω από τη λεγεώνα του τώρα ήταν γεμάτοι από τα απομεινάρια τους και τα κοράκια είχαν φάει του σκασμού. Αν δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις τους ελεεινούς του Προφήτη από τους ελεεινούς πρόσφυγες, τότε σκότωνες όσους στέκονταν εμπόδιο στο δρόμο σου. Οι αθώοι έπρεπε να είχαν μείνει στα σπίτια τους, εκεί που ήταν η θέση τους· θα τους προστάτευε ο Δημιουργός. Η δική του γνώμη ήταν ότι οι περιπλανώμενοι ήταν οι σταφίδες στην τούρτα.