Выбрать главу

«Άκουσα στην πόλη ότι η Μοργκέις είναι εδώ», είπε. Δεν το πίστευε —τα μισά απ’ όσα άκουγες στο Άντορ ήταν εικασίες για το ποιος είχε σκοτώσει τη Μοργκέις— κι έτσι ξαφνιάστηκε όταν ένευσε ο Ντάιν.

Η έκπληξη μετατράπηκε σε αηδία, όταν ο νεαρός άρχισε να φλυαρεί για τα διαμερίσματα της Μοργκέις και τα κυνήγια της, για το πόσο καλά της είχαν φερθεί, για το ότι οπωσδήποτε θα υπέγραφε συμφωνία με τα Τέκνα μια απ’ αυτές τις μέρες. Ο Βάλντα σκυθρώπιασε απροκάλυπτα. Δεν έπρεπε να περιμένει τίποτα καλύτερο από τον Νάιαλ. Ο άνθρωπος ήταν ένας από τους καλύτερους στρατιώτες του καιρού του, τον θεωρούσαν λαμπρό ταξιάρχη, αλλά ήταν περασμένος στα χρόνια και μαλθακός. Ο Βάλντα το είχε καταλάβει τη στιγμή που είχαν φτάσει οι διαταγές στην Ταρ Βάλον. Ο Νάιαλ έπρεπε να είχε στραφεί εναντίον του Δακρύου μόλις είχε ακουστεί το νέο για τον αλ’Θόρ. Καθ’ οδόν, θα είχε συγκεντρώσει όλες τις δυνάμεις που χρειαζόταν· τα έθνη θα είχαν τρέξει στο πλευρό των Τέκνων εναντίον ενός ψεύτικου Δράκοντα. Αυτό θα είχαν κάνει, τότε στην αρχή. Τώρα ο αλ’Θόρ ήταν στο Κάεμλυν κι αρκετά ισχυρός για να τρομάξει όσους δεν το έλεγε η καρδιά τους. Μα ήταν η Μοργκέις εδώ. Αν είχε αυτός τη Μοργκέις, θα είχε υπογράψει τη συμφωνία από την πρώτη κιόλας μέρα, έστω κι αν χρειαζόταν να της πιάσει κάποιος το χέρι για να κρατήσει την πένα. Μα το Φως, θα της μάθαινε να υπακούει. Αν η γυναίκα δίσταζε να επιστρέψει στο Άντορ μαζί με τα Τέκνα, θα την έδενε σ’ ένα ραβδί από τους καρπούς. Θα γινόταν το λάβαρο που θα οδηγούσε την προέλαση στο Άντορ.

Ο Ντάιν βράδυνε το βήμα, περιμένοντας. Δίχως αμφιβολία, περίμενε πρόσκληση για δείπνο το βραδάκι. Ως κατώτερος, δεν μπορούσε να προσκαλέσει κάποιον ανώτερο του, αναμφιβόλως όμως έλπιζε να μιλήσει με τον παλιό διοικητή του, για την Ταρ Βάλον, ίσως και για τον νεκρό πατέρα του. Ο Βάλντα δεν είχε σε ιδιαίτερη εκτίμηση τον Τζέφραμ Μπόρνχαλντ· ο άνθρωπος ήταν μαλθακός. «Θα σε δω στο στρατόπεδο για δείπνο στις έξι. Θα σε δω νηφάλιο, Τέκνο Μπόρνχαλντ».

Ο Μπόρνχαλντ σίγουρα ήταν πιωμένος· έμεινε με το στόμα ανοιχτό κι έκανε να ψελλίσει κάτι, αλλά μετά τον χαιρέτισε επίσημα κι έφυγε. Ο Βάλντα αναρωτήθηκε τι να είχε συμβεί. Ο Ντάιν ήταν ένας καλός νεαρός αξιωματικός. Μπορεί να ανησυχούσε υπερβολικά για καθωσπρεπισμούς όπως το αν υπήρχαν αποδείξεις ενοχής τη στιγμή που δεν είχαν τρόπο να τις βρουν, αλλά πάντως ήταν καλός. Δεν ήταν τόσο αδύναμος όσο ο πατέρας του. Κρίμα που σπαταλούσε τον εαυτό του στο μπράντυ.

Μουρμουρίζοντας μέσα από τα δόντια του —η ύπαρξη αξιωματικών που μεθοκοπούσαν στο Φρούριο του Φωτός ήταν άλλο ένα σημάδι ότι ο Νάιαλ σάπιζε από μέσα— ο Βάλντα πήγε να βρει τα διαμερίσματά του. Σκόπευε να κοιμηθεί στο στρατόπεδο, αλλά δεν θα του ερχόταν άσχημα ένα ζεστό μπάνιο.

Ένα νεαρό Τέκνο με τετράγωνους ώμους τον πλησίασε στο διάδρομο με τα αστόλιστα πλακάκια, με την άλικη ποιμενική ράβδο του Χεριού του Φωτός πίσω από τον πολυάκτινο χρυσό ήλιο στο στήθος του. Χωρίς να σταματήσει ή, έστω, να κοιτάξει τον Βάλντα, ο Ανακριτής μουρμούρισε όλο σεβασμό, «Ο Άρχοντας Ταξιάρχης μου ίσως θα ήθελε να επισκεφθεί το Θόλο της Αλήθειας».

Ο Βάλντα τον κοίταξε συνοφρυωμένος καθώς έφευγε —δεν συμπαθούσε τους Ανακριτές· έκαναν καλή δουλειά με τον τρόπο τους, όμως είχε πάντα την αίσθηση ότι φορούσαν την ποιμενική ράβδο, επειδή έτσι δεν θα χρειαζόταν να αντιμετωπίσουν έναν οπλισμένο εχθρό— κι έκανε να υψώσει τη φωνή για να δώσει ένα καλό μάθημα στον άλλο, όμως κοντοστάθηκε. Οι Ανακριτές είχαν χαλαρή πειθαρχία, όμως ένα απλό Τέκνο ποτέ δεν θα μιλούσε άσκοπα σε έναν Άρχοντα Ταξιάρχη. Ίσως μπορούσε να αφήσει το μπάνιο για αργότερα.

Ο Θόλος της Αλήθειας ήταν ένα θαύμα που επιτέλους του ξανάδωσε λίγο νόημα. Κατάλευκος απ’ έξω, με χρυσά φύλλα από μέσα που έχυναν κάτω το φως από χίλιες κρεμαστές λάμπες. Χοντρές λευκές κολόνες σχημάτιζαν κύκλο ολόγυρα στην αίθουσα, απλές, στιλβωμένες ώστε να αστράφτουν, όμως ο καθαυτό θόλος εκτεινόταν σε πλάτος εκατό βημάτων δίχως υποστήριξη κι ορθωνόταν πενήντα βήματα ψηλός στην κορυφή του, πάνω από ένα απέριττο λευκό μαρμάρινο βάθρο, στο κέντρο του λευκού μαρμάρινου πατώματος, όπου στεκόταν ο Άρχοντας Στρατάρχης των Τέκνων του Φωτός για να απευθυνθεί στα συναγμένα Τέκνα στις πιο σεπτές στιγμές τους, στις πιο σοβαρές τελετές τους. Εδώ θα στεκόταν κάποια μέρα ο Βάλντα. Ο Νάιαλ δεν θα ζούσε για πάντα.

Δεκάδες Τέκνα τριγυρνούσαν στον απέραντο θάλαμο —ήταν ένα θέαμα που άξιζε να το δεις, αν και φυσικά το έβλεπαν μονάχα τα Τέκνα— αλλά όμως δεν του είχαν φέρει το μήνυμα μόνο και μόνο για να θαυμάσει το Θόλο. Ήταν βέβαιος γι’ αυτό. Πίσω από τις μεγάλες στήλες υπήρχαν σειρές από μικρότερες, εξίσου απλές, εξίσου καλογυαλισμένες, και ψηλές κόγχες με νωπογραφίες σκηνών από τους θριάμβους των Τέκνων για χίλια χρόνια. Ο Βάλντα προχώρησε αργά, κοιτώντας την κάθε εσοχή. Στο τέλος είδε έναν ψηλό γκριζομάλλη να περιεργάζεται έναν πίνακα που έδειχνε τη Σερένια Λάταρ, τη μοναδική Άμερλιν που είχαν καταφέρει ποτέ τα Τέκνα να κρεμάσουν. Ήταν ήδη νεκρή, φυσικά, μιας κι ήταν κάπως δύσκολο να κρεμάσεις μια ζωντανή μάγισσα, όμως το θέμα δεν ήταν αυτό. Εξακόσια ενενήντα τρία χρόνια πριν, είχε απονεμηθεί δικαιοσύνη όπως όριζε ο νόμος.