«Είσαι ταραγμένος, παιδί μου;» Η φωνή ήταν μαλακή, σχεδόν ψιθυριστή.
Ο Βάλντα μούδιασε λιγάκι. Μπορεί ο Ράνταμ Ασουνάγουα να ήταν ο Ανώτερος Εξεταστής, αλλά δεν έπαυε να είναι Ανακριτής. Κι ο Βάλντα ήταν Άρχοντας Ταξιάρχης, Χρισμένος του Φωτός, όχι «παιδί μου». «Δεν πρόσεξα τέτοιο πράγμα», είπε κοφτά.
Ο Ασουνάγουα αναστέναζε. Το λιπόσαρκο πρόσωπό του θύμιζε μάρτυρα που υποφέρει κι έτσι θα μπορούσες να πάρεις τον ιδρώτα για δάκρυα, όμως τα βαθιά μάτια του έμοιαζαν να καίνε με τη θέρμη που είχε κάψει όλη τη περίσσια σάρκα του. Ο μανδύας του είχε μόνο την ποιμενική ράβδο, όχι τον πολυάκτινο χρυσό ήλιο, λες και βρισκόταν εκτός των Τέκνων. Ή ίσως πάνω από τα Τέκνα. «Είναι ταραγμένοι καιροί. Το Φρούριο του Φωτός προσφέρει αρωγή σε μία μάγισσα».
Ο Βάλντα έκρυψε τη σαρκαστική ματιά του πριν αυτή σχηματιστεί. Είτε ήταν δειλοί οι Ανακριτές είτε όχι, μπορούσαν να γίνουν επικίνδυνοι ακόμα και για έναν Άρχοντα Ταξιάρχη. Αυτός ο άνθρωπος ίσως να μην κατάφερνε ποτέ να κρεμάσει μια Άμερλιν, αλλά μάλλον ονειρευόταν να γίνει ο πρώτος που θα κρεμούσε μια βασίλισσα. Τον Βάλντα δεν τον ένοιαζε αν θα πέθαινε ή όχι η Μοργκέις, αρκεί να είχαν εξαντλήσει πρώτα τη χρησιμότητά της. Δεν είπε τίποτα, και τα παχιά, γκρίζα φρύδια του Ασουνάγουα χαμήλωσαν τόσο που τα μάτια του έμοιαζαν να ατενίζουν μέσα από σπήλαια.
«Είναι ταραγμένοι καιροί», ξανάπε, «και δεν πρέπει να επιτραπεί στον Νάιαλ να καταστρέψει τα Τέκνα του Φωτός».
Για μερικά ατέλειωτα λεπτά ο Βάλντα έμεινε να μελετά τον πίνακα. Ίσως ο καλλιτέχνης ήταν καλός, ίσως όχι· δεν ήξερε από αυτά τα πράγματα και δεν τον ένοιαζε διόλου. Ο άνθρωπος, όμως, είχε πετύχει καλά τα όπλα και τις πανοπλίες των φρουρών, το σκοινί και το ικρίωμα έδειχναν αληθινά. Από αυτά, ήξερε. «Είμαι έτοιμος να ακούσω», είπε τελικά.
«Τότε θα μιλήσουμε, παιδί μου. Αργότερα, που θα υπάρχουν λιγότερα μάτια για να δουν κι αυτιά για να ακούσουν. Το Φως να σε φωτίζει, παιδί μου». Ο Ασουνάγουα απομακρύνθηκε χωρίς άλλη κουβέντα, με τον λευκό μανδύα να φουσκώνει λιγάκι πίσω του και τον ήχο από τις μπότες του να αντιλαλεί, καθώς βημάτιζε σαν να προσπαθούσε να χώσει κάθε βήμα του μέσα στην πέτρα. Μερικά Τέκνα υποκλίθηκαν βαθιά στο πέρασμά του.
Από ένα στενό παράθυρο ψηλά, πάνω από την αυλή, ο Νάιαλ παρακολούθησε τον Βάλντα να ξεπεζεύει, να μιλά με τον νεαρό Μπόρνχαλντ κι ύστερα να απομακρύνεται οργισμένος. Τον Βάλντα πάντα τον διακατείχε η οργή. Αν υπήρχε τρόπος να φέρει τα Τέκνα από την Ταρ Βάλον εδώ και να αφήσει τον Βάλντα εκεί, ο Νάιαλ θα είχε αρπάξει την ευκαιρία. Ο άνθρωπος ήταν καλούτσικος διοικητής στη μάχη, αλλά ήταν ακόμα πιο καλός στο να υποδαυλίζει τα πλήθη. Η τακτική του ήταν η εφόρμηση, κι η στρατηγική του η εφόρμηση.
Κουνώντας το κεφάλι, ο Νάιαλ προχώρησε στην αίθουσα ακροάσεων. Είχε πιο σημαντικά πράγματα από τον Βάλντα να τον απασχολήσουν. Η Μοργκέις ακόμα αντιστεκόταν, σαν στρατός σε ψηλό έδαφος με νερό κι ακμαίο ηθικό. Αρνιόταν να παραδεχτεί ότι ήταν βαθιά στην κοιλάδα χωρίς διέξοδο, κι ότι ο εχθρός της είχε πιάσει τα υψώματα.
Ο Μπάλγουερ σηκώθηκε από το τραπέζι του καθώς ο Νάιαλ έμπαινε στον προθάλαμο. «Είχε έρθει ο Ομέρνα, Άρχοντά μου. Άφησε αυτά για σένα». Ο Μπάλγουερ άγγιξε ένα μάτσο χαρτιά στο τραπέζι που ήταν δεμένα με κόκκινη κορδέλα. «Κι αυτό». Τα χείλη του σφίχτηκαν καθώς τραβούσε ένα μικρό κοκάλινο σωλήνα από την τσέπη του.
Ο Νάιαλ πήρε το σωλήνα μουρμουρίζοντας κάτι και μπήκε στο μέσα δωμάτιο. Ο Ομέρνα καθημερινά γινόταν και πιο άχρηστος, για κάποιο λόγο. Λες και δεν έφτανε που άφηνε τις αναφορές του στον Μπάλγουερ, έστω κι αν ήταν σαχλαμάρες, όμως ακόμα κι ο Ομέρνα ήξερε ότι δεν έπρεπε να δίνει σε οποιονδήποτε εκτός από τον ίδιο τον Νάιαλ αυτούς τους σωλήνες με τις τρεις κόκκινες κορδελίτσες. Έφερε το σωλήνα κοντά σε μια λάμπα για να εξετάσει το βουλοκέρι. Ήταν άθικτο, και μόνο τώρα το έσπασε με το νύχι του αντίχειρά του. Θα έπρεπε να δώσει ένα μάθημα στον Ομέρνα, να τον κάνει να νιώσει το φόβο του Φωτός. Ο ανόητος θα ήταν άχρηστος ως δόλωμα, αν δεν υποδυόταν τον απόλυτο αρχικατάσκοπο στο έπακρο των ικανοτήτων του.