Το μήνυμα ήταν πάλι από τον Βαράντιν, με τον προσωπικό κώδικα του Νάιαλ γραμμένο μ’ εκείνα τα τρελά, ψιλά ορνιθοσκαλίσματα στη λωρίδα του λεπτού χαρτιού. Παραλίγο θα το έκαιγε χωρίς να το διαβάσει, αλλά κάτι στο τέλος τράβηξε το βλέμμα του. Αρχίζοντας από την αρχή, επεξεργάστηκε συνειδητά τον κώδικα με το μυαλό του. Ήθελε να είναι απολύτως βέβαιος. Όπως και πριν, ήταν παραληρήματα για Άες Σεντάι δεμένες με λουριά και για παράξενα θηρία, αλλά ακριβώς στο τέλος... Ο Βαράντιν είχε βοηθήσει τον Ασιντίμ Φαϊζάρ να βρει κρυψώνα στο Τάντσικο· θα προσπαθούσε να τον φυγαδεύσει, όμως οι Πρόδρομοι είχαν τόσο αυστηρή φρούρηση που δεν μπορούσε να περάσει ούτε ένας ψίθυρος από τα τείχη δίχως άδεια.
Ο Νάιαλ έτριψε το σαγόνι του σκεφτικός. Ο Φαϊζάρ ήταν ένας από εκείνους που είχε στείλει στο Τάραμπον να δει αν μπορούσε να περισωθεί κάτι. Ο Φαϊζάρ δεν ήξερε τίποτα για τον Βαράντιν κι ο Βαράντιν δεν θα έπρεπε να ξέρει τίποτα για τον Φαϊζάρ, όμως οι Πρόδρομοι είχαν τέτοια αυστηρή φρούρηση που δεν μπορούσε να περάσει ούτε ένας ψίθυρος από τα τείχη. Τα ορνιθισκαλίσματα ενός τρελού.
Έχωσε το χαρτί στην τσέπη του και ξαναγύρισε στον προθάλαμο. «Μπάλγουερ, τι νεότερα έχουμε από τα δυτικά;» Μεταξύ τους, «τα δυτικά» σήμαιναν πάντα τα σύνορα με το Τάραμπον.
«Καμία αλλαγή από τα προηγούμενα, Άρχοντά μου. Οι περίπολοι που διεισδύουν πολύ βαθιά στο Τάραμπον, δεν επιστρέφουν. Το χειρότερο πρόβλημα στα σύνορα είναι οι πρόσφυγες που προσπαθούν να περάσουν».
Περίπολοι που διείσδυαν πολύ βαθιά. Το Τάραμπον ήταν ένας λάκκος όπου σπαρταρούσαν φαρμακερές οχιές και λυσσασμένοι αρουραίοι, αλλά... «Πόσο σύντομα μπορείς να βάλεις αγγελιοφόρο στο Τάντσικο;»
Ο Μπάλγουερ δεν έπαιξε καν τα βλέφαρά του. Ο άνθρωπος δεν θα έδειχνε έκπληξη ακόμα κι αν κάποια μέρα του μιλούσε το άλογο του. «Το πρόβλημα θα είναι να βρει ξεκούραστα άλογα όταν περάσει τα σύνορα, Άρχοντά μου. Φυσιολογικά θα έλεγα είκοσι μέρες πήγαινε-έλα, ίσως και λιγότερες με λίγη τύχη. Τώρα, διπλάσιες, αν είναι τυχερός. Ίσως τις διπλάσιες μόνο για να φτάσει στο Τάντσικο». Ένας λάκκος που μπορούσε να καταπιεί αγγελιοφόρο και να μην αφήσει καν τα κόκαλα του.
Δεν θα χρειαζόταν να επιστρέψει, όμως ο Νάιαλ αυτό δεν το αποκάλυψε. «Τακτοποίησέ το, Μπάλγουερ. Σε μια ώρα θα έχω έτοιμη επιστολή. Θα μιλήσω εγώ ο ίδιος στον αγγελιοφόρο». Ο Μπάλγουερ ένευσε υπάκουα, αλλά ταυτοχρόνως έτριψε προσβεβλημένος τα χέρια του. Ε, ας προσβαλλόταν. Υπήρχε μια μικρή πιθανότητα ότι όλο αυτό θα μπορούσε να τελειώσει χωρίς να εκτεθεί ο Βαράντιν. Αυτά τα προληπτικά μέτρα θα ήταν βεβαίως περιττά, αν ο Βαράντιν ήταν τρελός, αλλά αν δεν ήταν... Η αποκάλυψή του δεν θα βοηθούσε να επισπευσθούν οι εξελίξεις.
Ξαναμπαίνοντας στην αίθουσα ακροάσεων, ο Νάιαλ εξέτασε άλλη μια φορά το μήνυμα του Βαράντιν πριν πλησιάσει το χαρτάκι στη φλόγα μιας λάμπας, παρακολουθώντας το να αρπάζει φωτιά. Έτριψε τη στάχτη ανάμεσα στα δάχτυλά του.
Τέσσερις κανόνες είχε που αφορούσαν τον τρόπο δράσης και την πληροφόρηση. Ποτέ μην καταστρώνεις σχέδια χωρίς να ξέρεις όσο το δυνατόν περισσότερα για τον εχθρό. Ποτέ μην φοβάσαι να τροποποιήσεις το σχέδιό σου αν λάβεις καινούριες πληροφορίες. Ποτέ μην πιστεύεις ότι ξέρεις τα πάντα. Και ποτέ μην περιμένεις μέχρι να μάθεις τα πάντα. Εκείνος που περίμενε να μάθει τα πάντα πριν ξεκινήσει, καθόταν στη σκηνή του όταν ο εχθρός της έβαζε φωτιά πάνω από το κεφάλι του. Ο Νάιαλ ακολουθούσε αυτούς τους κανόνες. Μόνο μια φορά στη ζωή του τους είχε εγκαταλείψει επειδή είχε μια διαίσθηση. Στην Τζαμάρα, για κανέναν άλλο λόγο παρά για ένα τριβέλισμα στο βάθος του μυαλού του, είχε βάλει το ένα τρίτο του στρατού του να παρακολουθεί τα βουνά που όλοι θεωρούσαν αδιάβατα. Ενώ έκανε ελιγμούς με τις υπόλοιπες δυνάμεις του για να τσακίσει τους Μουραντιανούς και τους Αλταρανούς, ένας Ιλιανός στρατός, ο οποίος υποτίθεται πως απείχε εκατό μίλια, βγήκε από κείνα τα «αδιάβατα» περάσματα. Ο μόνος λόγος που ο Νάιαλ είχε καταφέρει να αποτραβηχτεί χωρίς να τον λιώσουν ήταν εκείνη η «αίσθηση». Και τώρα την ένιωθε πάλι να τον τριβελίζει.
«Δεν τον εμπιστεύομαι», είπε σταθερά ο Τάλανβορ. «Μου θυμίζει έναν νεαρό απατεώνα που είχα δει κάποτε στο πανηγύρι, έναν τύπο με παιδικό προσωπάκι που μπορούσε να σε κοιτάξει στα μάτια και να σου χαμογελάσει, ενώ έκλεβε το μπιζέλι από την κούπα».
Αυτή τη φορά η Μοργκέις δεν δυσκολεύτηκε να κρατήσει την ψυχραιμία της. Ο νεαρός Παιτρ είχε αναφέρει ότι ο θείος του είχε βρει τελικά τρόπο να τη βγάλει λαθραία από το Φρούριο του Φωτός, τόσο αυτήν όσο και τους άλλους. Οι άλλοι ήταν το πρόβλημα· Ο Τόργουυν Μπάρσω από την αρχή ισχυριζόταν ότι μπορούσε να φυγαδεύσει την ίδια μόνη της, αλλά εκείνη δεν ήθελε να αφήσει τους άλλους πίσω στο έλεος των Λευκομανδιτών. Ούτε ακόμα και τον Τάλανβορ.