«Θα κρατήσω μια σημείωση για τα συναισθήματά σου», είπε ανεκτικά. «Κοίτα μόνο να μη σου σταθούν εμπόδιο. Έχεις κανένα ρητό γι’ αυτό, Λίνι; Κάτι για τον νεαρό Τάλανβορ και τα συναισθήματά του;» Μα το Φως, γιατί απολάμβανε τόσο να τον πειράζει; Ο Τάλανβορ άγγιζε τα όρια της προδοσίας, αλλά η Μοργκέις ήταν η Βασίλισσά του, όχι η... Οι υπόλοιπες σκέψεις έμειναν κρυμμένες.
Η Λίνι καθόταν κοντά στα παράθυρα και μάζευε σε μπάλα το γαλάζιο μαλλί από την κούκλα που κρατούσε τεντωμένη στα χέρια της η Μπριάνε. «Ο Παιτρ μου θυμίζει εκείνο τον νεαρό μαθητευόμενο ιπποκόμο, λίγο πριν πας στο Λευκό Πύργο. Εκείνον που άφησε εγκύους δύο καμαριέρες και τον έπιασαν πάνω που προσπαθούσε να το σκάσει από το μέγαρο με ένα σακί γεμάτο πιάτα της μητέρας σου».
Η Μοργκέις έσφιξε το στόμα, αλλά τίποτα δεν μπορούσε να σκιάσει την ευχαρίστηση της, ούτε καν η ματιά που της έριξε η Μπριάνε, λες κι επιτρεπόταν να εκφράζει κι αυτή τη γνώμη της. Ο Παιτρ αγαλλιούσε για την επικείμενη απόδραση της Μοργκέις. Φυσικά, ένας λόγος ήταν ότι μάλλον περίμενε κάποια ανταμοιβή από το θείο του γι’ αυτό —τουλάχιστον κάτι τέτοιο άφηναν να εννοηθεί κάποια σχόλιά του· κάτι ότι θα ξεπλήρωνε ένα λάθος που είχε κάνει στην πατρίδα— αλλά ο νεαρός σχεδόν χοροπηδούσε όταν η Μοργκέις είχε συμφωνήσει με το σχέδιο που πρόβλεπε ότι θα έφευγαν από το Φρούριο σήμερα κι από το Άμαντορ ως το ηλιοβασίλεμα αύριο. Θα βρίσκονταν μακριά από το Άμαντορ, στο δρόμο για τη Γκεάλνταν, όπου θα έβρισκε στρατιώτες χωρίς να δεσμεύσει το Άντορ. Πριν από δυο μέρες είχε έρθει ο ίδιος ο Μπάρσω για να εξηγήσει το σχέδιο, μεταμφιεσμένος σε μαγαζάτορα που παρέδιδε βελόνες πλεξίματος και μαλλί· ήταν κοντόχοντρος και μυταράς, αν και μιλούσε με αρκετό σεβασμό. Δύσκολα θα τον περνούσες για θείο του Παιτρ —έδειχναν τόσο διαφορετικοί— και πολύ λιγότερο για έμπορο. Πάντως το σχέδιο του ήταν ένα θαύμα απλότητας, αν και κάθε άλλο παρά αξιοπρεπές, και για να πετύχει χρειαζόταν μόνο κάποιους ανθρώπους έξω από το Φρούριο. Η Μοργκέις θα έβγαινε από το Φρούριο του Φωτός θαμμένη στον πάτο ενός κάρου γεμάτου με απορρίμματα των μαγειρείων.
«Τώρα ξέρετε όλοι τι πρέπει να κάνετε», τους είπε. Όσο ήταν η ίδια στα δωμάτιά της, οι υπόλοιποι μπορούσαν να περιπλανιούνται με αρκετή ελευθερία. Όλα εξαρτώνταν απ’ αυτό. Όχι ακριβώς όλα· η διαφυγή όλων εκτός από της ίδιας. «Λίνι, εσύ κι η Μπριάνε πρέπει να είστε στην αυλή του πλυσταριού όταν η καμπάνα σημάνει την Υψηλή ώρα». Η Λίνι ένευσε πειθήνια, η Μπριάνε όμως της έριξε μια ματιά με τα χείλη σουφρωμένα. Είκοσι φορές τα είχαν πει όλα αυτά. Έστω κι έτσι όμως, η Μοργκέις δεν θα επέτρεπε να γίνει ένα λάθος που θα άφηνε κάποιον πίσω. «Τάλανβορ, εσύ θα αφήσεις το σπαθί σου πίσω και θα περιμένεις σε ένα πανδοχείο που ονομάζεται Η Βελανιδιά κι η Βάτος». Εκείνος άνοιξε το στόμα, αυτή όμως τον πρόλαβε με σταθερό τόνο. «Έχω ακούσει τα επιχειρήματα σου. Μπορείς να βρεις άλλο σπαθί. Αν το αφήσεις, θα πιστέψουν ότι σκοπεύεις να επιστρέψεις». Εκείνος έκανε μια γκριμάτσα, αλλά στο τέλος ένευσε. «Ο Λάμγκουιν θα μας περιμένει στο Χρυσό Κεφάλι, κι ο Μπέηζελ στο—»
Μερικά βιαστικά χτυπηματάκια ακούστηκαν από την πόρτα, η οποία άνοιξε για να προβάλει το φαλακρό κεφάλι του Μπέηζελ. «Βασίλισσα μου, είναι κάποιος... ένα Τέκνο...» Έριξε πάνω από τον ώμο του μια ματιά στον προθάλαμο. «Είναι ένας Ανακριτής, Βασίλισσά μου». Τα χέρια του Τάλανβορ πήγαν στη θήκη του σπαθιού του, φυσικά, και δεν τα τράβηξε παρά μόνο όταν η Μοργκέις του έκανε νόημα για δεύτερη φορά, προσθέτοντας μάλιστα και μια γκριμάτσα της.
«Φέρε τον». Κατάφερε να το πει με γαλήνια φωνή, όμως μέσα της ένιωθε ναυτία. Ανακριτής; Όλα όσα προχωρούσαν τόσο καλά, ξαφνικά θα οδηγούνταν στην καταστροφή;
Ένας ψηλός άνδρας με γερακίσια μύτη παραμέρισε τον Μπέηζελ και του έκλεισε την πόρτα κατάμουτρα. Ο λευκόχρυσος κοντός χιτώνας με την άλικη ποιμενική ράβδο στον ώμο έδειχνε ότι είχε το βαθμό του Εξεταστή. Η Μοργκέις δεν είχε συναντήσει τον Άινορ Σάρεν, αλλά της είχαν δείξει ποιος ήταν. Στο πρόσωπό του υπήρχε μια έκφραση ακατάβλητης βεβαιότητας. «Καλείσαι να παρουσιαστείς στον Άρχοντα Στρατάρχη», της είπε παγερά. «Θα έρθεις τώρα».
Οι σκέψεις της Μοργκέις έτρεχαν σαν αστραπή. Ο Νάιαλ, τώρα που την είχε στο Φρούριο, δεν ερχόταν να τη δει κι εκείνη είχε συνηθίσει να την καλεί, άλλοτε για να της κάνει κήρυγμα για το καθήκον της προς το Άντορ, άλλοτε για κάποια δήθεν φιλική συζήτηση με την οποία θα της έδειχνε ότι είχε κατά νου το συμφέρον της ή το συμφέρον του Άντορ. Ήταν συνηθισμένη σ’ αυτά, αλλά όχι σε τέτοιον αγγελιοφόρο. Αν την παρέδιδαν στους Ανακριτές, δεν θα είχε περιθώρια για υπεκφυγές. Ο Ασουνάγουα θα έστελνε αρκετούς άνδρες για να την πάρουν κι αυτήν κι όσους ήταν μαζί της. Αυτόν τον είχε συναντήσει για λίγο· το αίμα της είχε παγώσει. Γιατί είχαν στείλει Εξεταστή; Ξεστόμισε την ερώτηση κι ο Σάρεν αποκρίθηκε με τον ίδιο παγερό τόνο.