Выбрать главу

«Ήμουν με τον Άρχοντα Στρατάρχη κι ερχόμουν προς τα εδώ. Τελείωσα τις δουλειές μου, και τώρα θα σε πάω εκεί. Στο κάτω-κάτω, είσαι βασίλισσα και σου αρμόζει σεβασμός». Όλα αυτά τα είπε μ’ ένα τόνο ανίας, κάπως ανυπόμονα, εκτός από το τελευταίο, στο οποίο εμφανίστηκε μια δόση χλευασμού. Καμία θέρμη όμως.

«Πολύ καλά», είπε αυτή.

«Να συνοδεύσω τη Βασίλισσά μου;» Ο Τάλανβορ υποκλίθηκε με επισημότητα· τουλάχιστον, έδειχνε κάποιο σεβασμό όταν ήταν μπροστά ξένοι.

«Όχι». Αντί για τον Τάλανβορ, θα έπαιρνε μαζί της τον Λάμγκουιν. Όχι, αν έπαιρνε κάποιον από τους άνδρες, θα έδειχνε ότι πίστευε πως χρειαζόταν σωματοφύλακες. Ο Σάρεν τη φόβιζε σχεδόν όσο κι ο Ασουνάγουα και δεν ήθελε να του δώσει την παραμικρή υποψία γι’ αυτό. Χαμογέλασε αδιάφορα, συγκαταβατικά. «Δεν πιστεύω ότι χρειάζομαι προστασία εδώ».

Κι ο Σάρεν επίσης χαμογέλασε ή, τουλάχιστον, το στόμα του. Έμοιαζε να γελά μαζί της.

Έξω ο Μπέηζελ κι ο Λάμγκουιν την κοίταξαν αβέβαια κι η Μοργκέις παραλίγο θα άλλαζε γνώμη για τη συνοδεία της· και θα το έκανε, αν δεν είχε μιλήσει μέσα. Όμως δύο άνδρες δεν θα την προστάτευαν, αν επρόκειτο για κάποια περίπλοκη παγίδα, και θα έδειχνε αδυναμία, αν άλλαζε γνώμη. Προχωρώντας στους πέτρινους διαδρόμους πλάι στον Σάρεν ένιωθε πράγματι αδύναμη, κάθε άλλο παρά βασίλισσα. Όχι. Ίσως να ούρλιαζε όπως όλοι αν οι Ανακριτές την έπαιρναν στα μπουντρούμια τους —το ίσως ήταν περιττό· δεν ήταν. τόσο ανόητη που να θεωρεί τη βασιλική σάρκα διαφορετική σ’ αυτό το ζήτημα— αλλά μέχρι εκείνη τη στιγμή, ήταν και θα παρέμενε βασίλισσα. Προσπάθησε αποφασισμένα να καταπολεμήσει τη ναυτία της.

Ο Σάρεν την οδήγησε σε μια πλακοστρωμένη μικρή αυλή, όπου άνδρες γυμνοί από τη μέση και πάνω χτυπούσαν με σπαθιά ξύλινους πασσάλους. «Πού πάμε;» ζήτησε να μάθει εκείνη. «Δεν είναι ο δρόμος απ’ όπου πήγαινα άλλες φορές στο γραφείο του Άρχοντα Στρατάρχη. Βρισκόμαστε κάπου αλλού;»

«Έκοψα δρόμο», απάντησε αυτός απότομα. «Έχω και σημαντικότερες δουλειές από το να...» Δεν τελείωσε τη φράση του, ούτε και βράδυνε το βήμα.

Η Μοργκέις δεν είχε άλλη επιλογή παρά να τον ακολουθήσει, σε ένα διάδρομο που άνοιγε σε μακριά δωμάτια γεμάτα στενά κρεβατάκια κι άνδρες που ήταν συνήθως γυμνοί από τη μέση και πάνω, ή και περισσότερο. Στύλωσε το βλέμμα της στην πλάτη του Σάρεν και μέσα της άρχισε να ετοιμάζεις τις οργισμένες φράσεις που σκόπευε να απευθύνει στον Νάιαλ. Πέρασαν την αυλή ενός στάβλου, όπου η οσμή των αλόγων και της κοπριάς ήταν βαριά στον αέρα κι ένας πεταλωτής πετάλωνε άλογα σε μια γωνιά· διέσχισαν το διάδρομο ενός ακόμα στρατώνα κι ύστερα έναν με μαγειρεία στη μια μεριά απ’ όπου αναδιδόταν η δυνατή ευωδιά της σούπας που μαγείρευαν, βγήκαν σε άλλη μια αυλή... Η Μοργκέις σταμάτησε επιτόπου.

Στο κέντρο της αυλής ήταν ένα μακρύ, ψηλό ικρίωμα. Το γέμιζαν ολόκληρο τρεις γυναίκες και πάνω από δώδεκα άνδρες, δεμένοι χειροπόδαρα, με θηλιές περασμένες στο λαιμό. Μερικοί έκλαιγαν θρηνητικά· οι περισσότεροι απλώς έδειχναν έντρομοι. Οι δύο τελευταίοι άνδρες στην άλλη άκρη ήταν ο Τόργουυν Μπάρσω κι ο Παιτρ· το αγόρι φορούσε μόνο το πουκάμισο κι όχι το ερυθρόλευκο σακάκι που του είχε δώσει η Μοργκέις. Ο Παιτρ δεν έκλαιγε, έκλαιγε όμως ο θείος του. Ο Παιτρ φαινόταν τόσο τρομαγμένος που δεν είχε σκεφτεί καν να κλάψει.

«Για το Φως!» φώναξε ένας Λευκομανδίτης αξιωματικός, ενώ ένας άλλος Λευκομανδίτης έσπρωξε ένα μακρύ μοχλό στην άκρη του ικριώματος.

Πορτάκια άνοιξαν με ξερούς κρότους και τα θύματα έπεσαν μέσα κι εξαφανίστηκαν από το βλέμμα της. Μερικά από τα τεντωμένα σχοινιά τρεμούλιαζαν καθώς εκείνοι που κρέμονταν στην άλλη άκρη πέθαιναν από ασφυξία κι όχι από σπασμένο λαιμό. Ένα απ’ αυτά τα σχοινιά ήταν του Παιτρ. Κι η ωραία της απόδραση χάθηκε μαζί του. Ίσως θα έπρεπε να νοιαστεί για τον Παιτρ, όμως η σκέψη της ήταν στραμμένη στην απόδραση, στον τρόπο που θα ξέφευγε από την παγίδα στην οποία είχε πιαστεί μόνη της. Είχε παγιδεύσει μόνη τον εαυτό της, και το Άντορ μαζί.

Ο Σάρεν την κοίταζε, ολοφάνερα περιμένοντας ότι εκείνη θα λιποθυμούσε ή ότι θα έκανε εμετό.

«Τόσοι πολλοί μαζεμένοι;» είπε, περήφανη για τη σταθερότητα της φωνής της. Το σχοινί του Παιτρ είχε πάψει να τινάζεται· τώρα απλώς κουνιόταν αργά πέρα-δώθε. Δεν υπήρχε οδός διαφυγής.