«Κάθε μέρα κρεμάμε Σκοτεινόφιλους», απάντησε ξερά ο Σάρεν. «Ίσως στο Άντορ τους αφήνετε να φύγουν με ένα κήρυγμα. Εμείς όχι».
Η Μοργκέις τον κοίταξε κατάματα. Είχε κόψει δρόμο; Αυτή ήταν, λοιπόν, η καινούρια τακτική του Νάιαλ. Δεν ξαφνιάστηκε που ο Σάρεν δεν είχε μνημονεύσει καθόλου την προσχεδιασμένη της απόδραση. Η πανουργία του Νάιαλ δεν θα του επέτρεπε κάτι τέτοιο. Ήταν η τιμώμενη φιλοξενούμενη, κι ο Παιτρ με τον θείο του είχαν κρεμαστεί τυχαία, για κάποιο έγκλημα που δεν είχε σχέση μ’ αυτήν. Ποιος θα ήταν ο επόμενος που θα ανέβαινε τα σκαλιά της αγχόνης; Ο Λάμγκουιν ή ο Μπέηζελ; Η Λίνι ή ο Τάλανβορ; Ήταν παράξενο, αλλά η εικόνα του Τάλανβορ με μια θηλιά στο λαιμό την πόνεσε περισσότερο απ’ ό,τι η εικόνα της Λίνι. Το μυαλό έπαιζε παράξενα παιχνίδια. Πάνω από τον ώμο του Σάρεν είδε φευγαλέα τον Ασουνάγουα, σε ένα παράθυρο που είχε θέα το ικρίωμα. Την κοίταζε ίσια κάτω. Ίσως αυτό να ήταν δικό του έργο, όχι του Νάιαλ. Δεν άλλαζε τίποτα. Δεν θα άφηνε τους ανθρώπους της να πεθάνουν άδικα. Δεν θα άφηνε τον Τάλανβορ να πεθάνει. Πολύ παράξενα παιχνίδια.
Υψώνοντας κοροϊδευτικά ένα βλέφαρο, είπε, «Αν αυτό σου έλυσε τα γόνατα, ίσως μπορούμε να περιμένουμε για να ξαναβρείς το κουράγιο σου». Ανάλαφρη φωνή, ανεπηρέαστη από το θέαμα που είχε δει. Μα το Φως, μακάρι να μην έκανε εμετό.
Το πρόσωπο του Σάρεν συννέφιασε. Γύρισε επιτόπου και ξεκίνησε. Αυτή τον ακολούθησε με βήμα όλο αξιοπρέπεια, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα στο παράθυρο του Ασουνάγουα, προσπαθώντας να μη σκέφτεται το ικρίωμα.
Ίσως να ήταν πράγματι ο συντομότερος δρόμος, γιατί στον επόμενο διάδρομο ο Σάρεν την οδήγησε σε μια απότομη σκάλα που ανέβαινε, και την παρέδωσε στην αίθουσα ακροάσεων του Νάιαλ πιο γρήγορα απ’ όσο τις άλλες φορές που είχε κάνει αυτή τη διαδρομή. Ως συνήθως, ο Νάιαλ δεν σηκώθηκε, και γι’ αυτήν δεν υπήρχε καρέκλα να καθίσει, έτσι αναγκάστηκε να σταθεί μπροστά του σαν ικέτισσα. Εκείνος έμοιαζε αφηρημένος, όπως καθόταν σιωπηλός και την κοίταζε, χωρίς πραγματικά να τη βλέπει.
Είχε κερδίσει, και δεν την έβλεπε καν. Αυτό την εκνεύρισε. Μα το Φως, ο άνθρωπος είχε νικήσει. Ίσως έπρεπε να επιστρέψει στα δωμάτιά της. Αν έλεγε στον Τάλανβορ, στον Λάμγκουιν και τον Μπέηζελ να της ανοίξουν πέρασμα με τα όπλα, θα προσπαθούσαν. Θα πέθαιναν, το ίδιο κι αυτή· δεν είχε κρατήσει ποτέ σπαθί στα χέρια της, αλλά αν έδινε αυτή τη διαταγή, θα έπιανε κι αυτή ένα. Θα πέθαινε, και στο Θρόνο του Λιονταριού θα ανέβαινε η Ηλαίην. Θα ανέβαινε μόλις έδιωχναν από κει τον αλ’Θόρ. Ο Λευκός Πύργος θα φρόντιζε να πάρει η Ηλαίην αυτό που της ανήκε. Ο Πύργος. Αν ο Πύργος εξασφάλιζε το θρόνο για την Ηλαίην... Της φαινόταν τρελό, όμως εμπιστευόταν τον Πύργο ακόμα λιγότερο απ’ όσο τον Νάιαλ. Όχι, έπρεπε να σώσει το Άντορ μόνη της. Μα το κόστος. Έπρεπε να πληρώσει το κόστος.
Έβγαλε τις λέξεις με δυσκολία. «Είμαι έτοιμη να υπογράψω τη συνθήκη σου».
Ο Νάιαλ στην αρχή σχεδόν δεν φάνηκε να την ακούει. Ύστερα ανοιγόκλεισε τα μάτια, και ξαφνικά γέλασε πικρά και κούνησε το κεφάλι. Κι αυτό επίσης την εκνεύρισε. Το ότι προσποιούνταν τον έκπληκτο. Η Μοργκέις δεν είχε προσπαθήσει να δραπετεύσει. Ήταν φιλοξενούμενη. Ευχήθηκε να τον έβλεπε στην αγχόνη.
Εκείνος ανέλαβε δράση τόσο γοργά που σχεδόν έσβησε τη θύμηση της πρότερης απάθειάς του. Μέσα σε λίγες στιγμές είχε βάλει τον ξερακιανό ασήμαντο γραμματέα του να έρθει με μια μακριά περγαμηνή, όπου όλα ήταν ήδη γραμμένα, κι ακόμα κι ένα αντίγραφο της Σφραγίδας του Άντορ, που η Μοργκέις δεν μπορούσε να το ξεχωρίσει από το πραγματικό.
Ασχέτως του αν είχε επιλογή ή όχι, διάβασε επιδεικτικά τους όρους. Δεν ήταν διαφορετικοί από εκείνους που περίμενε. Ο Νάιαλ θα οδηγούσε τους Λευκομανδίτες για να ανακτήσει το θρόνο της, αλλά υπήρχε ένα κόστος, έστω κι αν δεν αναφερόταν έτσι. Χίλιοι Λευκομανδίτες θα στρατωνιζόταν στο Κάεμλυν, με δικά τους δικαστήρια, εκτός του Αντορινού νόμου, επ’ άπειρον. Οι Λευκομανδίτες θα ήταν ίσοι των Φρουρών της Βασίλισσας σ’ ολόκληρο το Άντορ, επ’ άπειρον. Ίσως να χρειαζόταν όλη της τη ζωή για να πάρει πίσω την υπογραφή της, και της Ηλαίην επίσης, όμως η εναλλακτική θα ήταν ο αλ’Θόρ με το Θρόνο του Λιονταριού για τρόπαιο. Αν ξανακαθόταν ποτέ γυναίκα εκεί, θα ήταν η Ελένια ή η Νάεαν ή κάποια του συναφιού τους, μαριονέτες του αλ’Θόρ. Ή αυτό ή η Ηλαίην σαν μαριονέτα του Πύργου· η Μοργκέις δεν πειθόταν ότι μπορούσε να εμπιστευτεί τον Πύργο.
Υπέγραψε ολοκάθαρα το όνομά της, πίεσε την αντιγραμμένη Σφραγίδα στο κόκκινο βουλοκέρι που έσταξε ο γραμματέας του Νάιαλ στο κάτω μέρος του φύλλου. Το Λιοντάρι του Άντορ κυκλωμένο από το Στέμμα του Ρόδου. Να, λοιπόν, ήταν η πρώτη βασίλισσα που δέχτηκε να μπουν ξένα στρατεύματα σε Αντορινά εδάφη.