«Πόσο σύντομα...;» Της ήταν πιο δύσκολο να το πει απ’ όσο φανταζόταν. «Πόσο σύντομα θα ξεκινήσουν οι λεγεώνες σου;»
Ο Νάιαλ κοντοστάθηκε, έριξε μια ματιά στο τραπέζι. Δεν υπήρχε τίποτα εκεί εκτός από την πένα και το μελάνι, ένα βαζάκι με άμμο κι ένα κοντόχοντρο κομμάτι καψαλισμένο βουλοκέρι, σαν να είχε γράψει πρόσφατα γράμμα. Έβαλε την υπογραφή του στη συνθήκη και πάτησε τη δική του σφραγίδα, έναν πολυάκτινο ήλιο σε χρυσό κερί, κι ύστερα έδωσε την περγαμηνή στον γραμματέα του. «Βάλε το στην αίθουσα των εγγράφων, Μπάλγουερ. Φοβάμαι ότι δεν μπορώ να κινηθώ όσο γρήγορα νόμιζα, Μοργκέις. Υπάρχουν εξελίξεις τις οποίες πρέπει να λάβω υπ’ όψιν. Δεν είναι κάτι που σε αφορά. Απλώς είναι θέμα του πώς να κινηθώ καλύτερα σε ζητήματα που δεν σχετίζονται με το Άντορ. Θέλω να το λάβεις αυτό σαν να είναι κάτι που μου προσφέρει περισσότερο χρόνο να απολαύσω τη συντροφιά σου».
Ο Μπάλγουερ υποκλίθηκε κομψά αν και με κάποια αυστηρότητα, όμως η Μοργκέις ήταν σχεδόν σίγουρη ότι τα μάτια του πετάχτηκαν προς τον Νάιαλ όλο έκπληξη. Κι η ίδια είχε σχεδόν μείνει με το στόμα ανοιχτό. Ο Νάιαλ την πίεζε, την ξαναπίεζε και τώρα είχε να σκεφτεί άλλα πράγματα; Ο Μπάλγουερ έφυγε βιαστικά, σαν να φοβόταν μήπως η Μοργκέις προσπαθούσε να του αρπάξει τη συνθήκη και να τη σκίσει, όμως αυτό ήταν το τελευταίο που θα περνούσε τώρα από το μυαλό της. Τουλάχιστον, δεν θα κρεμούσαν άλλους. Τα υπόλοιπα θα τα αντιμετώπιζε όταν μπορούσε. Σταδιακά. Η πεισματική αντίστασή της είχε αποτύχει, όμως τώρα είχε πάλι χρόνο, ένα αναπάντεχο δώρο που δεν έπρεπε να το σπαταλήσει. Τη χαρά της συντροφιάς της;
Χάραξε στο πρόσωπό της ένα φιλικό χαμόγελο. «Νιώθω σαν να έχει φύγει ένα βάρος από τους ώμους μου. Πες μου, παίζεις λίθους;»
«Θεωρούμαι επαρκής παίκτης». Το χαμόγελο με το οποίο της απάντησε στην αρχή έδειξε έκπληξη και μετά θυμηδία.
Η Μοργκέις κοκκίνισε, κατάφερε όμως να μη φανερώσει θυμό στο πρόσωπό της. Ίσως ήταν προτιμότερο να τη θεωρήσει τώρα νικημένη. Κανείς δεν παρακολουθούσε με προσοχή έναν ηττημένο αντίπαλο, ούτε τον είχε σε μεγάλη εκτίμηση, κι αν η Μοργκέις πρόσεχε, με τον καιρό θα άρχιζε να ανακτά αυτά που είχε δώσει πριν φύγουν οι στρατιώτες του από την Αμαδισία. Είχε μια πολύ καλή δασκάλα στο Παιχνίδι των Οίκων.
«Θα προσπαθήσω να μην είμαι κακή αντίπαλος, αν θα ήθελες να παίξουμε». Η ίδια ήταν παραπάνω από επαρκής, ίσως παραπάνω από καλή, αλλά φυσικά θα έπρεπε να χάσει, αν κι όχι τόσο εύκολα ώστε να βαρεθεί εκείνος. Δεν της άρεσε καθόλου να χάνει.
Σμίγοντας τα φρύδια, ο Ασουνάγουα ταμπούρλισε τα δάχτυλά του στο επίχρυσο μπράτσο της καρέκλας του. Πάνω από το κεφάλι του, η ποιμενική ράβδος ήταν δουλεμένη με ένα αστραφτερό φινίρισμα σε έναν κατάλευκο δίσκο στη ράχη της καρέκλας. «Η μάγισσα κλονίστηκε», μουρμούρισε.
Ο Σάρεν απάντησε σαν να ήταν κατηγορία. «Μερικούς ανθρώπους έτσι τους επηρεάζει το κρέμασμα. Τους Σκοτεινόφιλους τους συγκεντρώσαμε χθες· μου είπαν ότι έψελναν κάποια τροπάρια στη Σκιά όταν ο Τρομ έσπασε την πόρτα. Ερεύνησα, αλλά κανείς δεν σκέφτηκε να τους ρωτήσει αν είχαν διασυνδέσεις μαζί της». Τουλάχιστον δεν σάλεψε τα πόδια του· στεκόταν ευθυτενής όπως άρμοζε στα Τέκνα του Φωτός.
Ο Ασουνάγουα απέρριψε τις εξηγήσεις του με μια ελαφρά κίνηση του χεριού. Φυσικά και δεν υπήρχε σχέση, πέρα από το γεγονός ότι εκείνη ήταν μάγισσα κι αυτοί Σκοτεινόφιλοι. Στο κάτω-κάτω, η μάγισσα βρισκόταν στο Φρούριο του Φωτός. Πάντως, ήταν ανήσυχος.
«Ο Νάιαλ με έστειλε να τη φέρω λες κι ήμουν σκυλί», παραπονέθηκε ο Σάρεν. «Παραλίγο θα έκανα εμετό, τόσο κοντά που στεκόμουν σε μια μάγισσα. Τα χέρια μου λαχταρούσαν το λαιμό της».
Ο Ασουνάγουα δεν έκανε τον κόπο να απαντήσει· μόλις που τον άκουγε. Φυσικά κι ο Νάιαλ μισούσε το Χέρι. Οι περισσότεροι μισούσαν αυτό που φοβούνταν. Όχι, είχε στο νου του τη Μοργκέις. Σύμφωνα με όλες τις πηγές, δεν ήταν αδύναμη. Είχε αντιμετωπίσει αρκετά καλά τον Νάιαλ· οι περισσότεροι θα κατέρρεαν μόλις βρίσκονταν μέσα στο Φρούριο. Θα του χαλούσε μερικά σχέδια αν τελικά αποδεικνυόταν ότι ήταν αδύναμη. Είχε όλες τις λεπτομέρειες στο νου του: κάθε μέρα της δίκης της θα υπήρχαν παρόντες πρεσβευτές από όλες τις χώρες που μπορούσαν ακόμα να στείλουν πρεσβευτές, μέχρι τελικά τη δραματική ομολογία της —που θα της την αποσπούσαν τόσο επιδέξια ώστε κανείς δεν θα έβρισκε το παραμικρό ψεγάδι— και τις τελετές που θα συνόδευαν την εκτέλεση της. Θα υπήρχε μια ξεχωριστή αγχόνη ειδικά γι’ αυτήν, και θα τη διατηρούσαν για να θυμίζει τη στιγμή.
«Ας ελπίσουμε ότι θα συνεχίσει να αντιστέκεται στον Νάιαλ», είπε, μ’ ένα χαμόγελο που κάποιοι θα το χαρακτήριζαν ήπιο κι ευλαβικό. Ακόμα κι η υπομονή του Νάιαλ δεν θα κρατούσε παντοτινά. Στο τέλος θα αναγκαζόταν να την παραδώσει στη δικαιοσύνη.