32
Βιαστική Πρόσκληση
Για την Εγκουέν, η άφιξη του Ραντ στην Καιρχίν έμοιαζε με τις λαμπρές επιδείξεις βεγγαλικών των Φωτοδοτών, για τις οποίες είχε ακούσει χωρίς να τις έχει δει ποτέ, με εκρήξεις σ’ ολόκληρη την πόλη. Οι κραδασμοί των αντίλαλων δεν είχαν τέλος.
Φυσικά, δεν ξαναπλησίασε το παλάτι, όμως οι Σοφές πήγαιναν καθημερινά να ψάξουν για παγίδες φτιαγμένες με σαϊντάρ, και της έλεγαν τι συνέβαινε. Οι ευγενείς, τόσο οι Δακρυνοί όσο κι οι Καιρχινοί, κοιτάζονταν μεταξύ τους με μάτια στενεμένα. Η Μπερελαίν έμοιαζε να έχει κλειστεί στην κρυψώνα της κι αρνιόταν να δει όσους δεν ήταν υποχρεωμένη να δει· ο Ρούαρκ, όπως φαινόταν, της είχε βάλει τις φωνές επειδή αμελούσε τα καθήκοντά της, αλλά μάταια. Ακόμα κι οι υπηρέτες τρόμαζαν όταν τους κοίταζες, αν κι ίσως γι’ αυτό να έφταιγαν οι Σοφές που έχωναν τη μύτη τους παντού.
Ούτε στις σκηνές ήταν καλύτερη η κατάσταση, τουλάχιστον μεταξύ των Σοφών. Οι υπόλοιποι Αελίτες ήταν σαν τον Ρούαρκ, ήρεμοι κι ατάραχοι. Η στάση τους έκανε την κυκλοθυμία των Σοφών ακόμα πιο έντονη συγκριτικά, λες και χρειαζόταν σύγκριση. Η Άμυς κι η Σορίλεα όταν επέστρεφαν από τις συναντήσεις τους με τον Ραντ μόνο που δεν ούρλιαζαν. Δεν έλεγαν γιατί, τουλάχιστον απ’ όσο είχε μάθει η Εγκουέν, όμως αυτή η εχθρότητα εξαπλωνόταν μεταξύ των Σοφών με την ταχύτητα της σκέψης και στο τέλος όλες προχωρούσαν με τις τρίχες ορθωμένες σαν γάτες έτοιμες να πέσουν με τα νύχια σε ό,τι έβρισκαν στο δρόμο τους. Οι μαθητευόμενες προχωρούσαν στις μύτες των ποδιών και μιλούσαν μαλακά, όμως έστω κι έτσι οι Σοφές τις μάλωναν για σφάλματα που άλλοτε θα περνούσαν απαρατήρητα, και τις τιμωρούσαν για άλλα για τα οποία άλλοτε απλώς θα τις μάλωναν.
Το γεγονός ότι εμφανίζονταν Σοφές του Σάιντο δεν βοηθούσε την κατάσταση. Ή, μάλλον, η Θεράβα κι η Έμερυς ήταν Σοφές, κι η τρίτη ήταν η ίδια η Σεβάνα, που σουλατσάριζε αυτάρεσκα με τη μπλούζα ανοιγμένη, συναγωνιζόμενη την Μπερελαίν, όσο δυνατά κι αν φυσούσε η σκόνη. Η Θεράβα κι η Έμερυς είχαν πει ότι η Σεβάνα ήταν Σοφή, και παρ’ όλο που η Σορίλεα μουρμούριζε, δεν είχαν άλλη επιλογή παρά να τη δεχτούν ως τέτοια. Η Εγκουέν ήταν σίγουρη πως είχαν έρθει να κατασκοπεύσουν, αλλά όταν το είχε επισημάνει, η Άμυς απλώς την κοίταξε. Προστατεύονταν από το έθιμο κι έτσι είχαν το ελεύθερο να τριγυρνούν στις σκηνές, και όλες οι Σοφές —ακόμα κι η Σορίλεα— τις καλωσόριζαν σαν να ήταν στενές φίλες ή πρωταδελφές. Πάντως, η παρουσία τους εκνεύριζε τους πάντες. Ειδικά την Εγκουέν. Η Σεβάνα, η γάτα με τον ξινό μορφασμό, ήξερε ποια ήταν και δεν έκανε την παραμικρή προσπάθεια να κρύψει τη χαρά της όταν έστελνε την «κοντή μαθητευόμενη» να φέρει ένα ποτήρι νερό ή κάτι άλλο όποτε είχε την ευκαιρία. Επίσης, η Σεβάνα την περιεργαζόταν με ένα εξεταστικό βλέμμα. Η Εγκουέν την παρομοίαζε με κάποιον που κοίταζε ένα κοτόπουλο και σκεφτόταν πώς θα το μαγείρευε αφού το έκλεβε. Και το χειρότερο ήταν ότι οι Σοφές δεν της έλεγαν τι συζητούσαν· ήταν υπόθεση των Σοφών κι όχι των μαθητευόμενων. Όποιος κι αν ήταν ο λόγος που είχε φέρει το Σάιντο ήταν εκεί, τους ενδιέφερε η διάθεση των Σοφών· η Εγκουέν είχε δει αρκετές φορές τη Σεβάνα να χαμογελά, νομίζοντας πως ήταν απαρατήρητη, καθώς έβλεπε την Άμυς ή τη Μαλίντε ή την Κοσαίν να μονολογούν και να σιάζουν το επώμιο τους χωρίς να χρειάζεται. Φυσικά, κανένας δεν άκουγε την Εγκουέν. Είχε κάνει τόσα σχόλια για τις Σάιντο, που στο τέλος η ανταμοιβή της ήταν ότι την είχαν βάλει να σκάψει μια τρύπα «αρκετά μεγάλη για να μπορεί να σταθεί εκεί χωρίς να τη βλέπουν»· όταν βγήκε έξω, καταλερωμένη και γεμάτη χώματα, κι άρχισε να τη γεμίζει, η Σεβάνα ήταν εκεί και την παρακολουθούσε.
Δύο μέρες μετά την αναχώρηση του Ραντ, η Ήρον και κάποιες άλλες Σοφές έπεισαν τρεις Κόρες να δρασκελίσουν κρυφά ένα βράδυ τα τείχη του παλατιού της Άριλυν και να ερευνήσουν το μέρος, κι αυτό επιδείνωσε την κατάσταση. Εκείνες οι τρεις απέφυγαν τους φρουρούς του Γκάγουιν, αν και πιο δύσκολα απ’ όσο ανέμεναν, όμως οι Άες Σεντάι ήταν άλλο ζήτημα· ενώ ακόμα κατέβαιναν από τη στέγη σε μια σοφίτα, τις τύλιξε η Δύναμη και παρασύρθηκαν μέσα. Ευτυχώς, η Κόιρεν κι οι άλλες φάνηκαν να πιστεύουν ότι είχαν πάει εκεί για να κλέψουν, αν κι ίσως οι Κόρες να μην το θεωρούσαν ευτύχημα. Τις πέταξαν στο δρόμο, κι εκείνες δεν μπορούσαν σχεδόν να περπατήσουν από τις μελανιές, και πάλευαν να μη βάλουν τα κλάματα όταν έφτασαν πια στις σκηνές. Οι άλλες Σοφές άρχισαν να μιλούν με τη σειρά στην Ήρον και τις φίλες της, συνήθως κατ’ ιδίαν, αν κι η Σορίλεα φρόντισε επιδεικτικά να τις αποπάρει μπροστά σε όσο το δυνατόν περισσότερο κόσμο. Η Σεβάνα κι οι δύο συντρόφισσές της χλεύαζαν απροκάλυπτα την Ήρον και τις άλλες όποτε τις έβλεπαν, κι αναρωτιόνταν μεταξύ τους, με δυνατή φωνή, τι θα τους έκαναν οι Άες Σεντάι όταν το ανακάλυπταν. Ακόμα κι η Σορίλεα τις κοίταξε κατάπληκτη όταν το είχε ακούσει, αλλά καμία δεν είπε τίποτα, κι η Ήρον με τις φίλες της άρχισαν να περπατάνε στις μύτες των ποδιών όπως κι οι μαθητευόμενες. Οι μαθητευόμενες προσπαθούσαν να κρύβονται όταν δεν είχαν καθήκοντα να εκτελέσουν ή μαθήματα να παρακολουθήσουν. Ο εκνευρισμός έφτανε στο κατακόρυφο.