Με εξαίρεση την τρύπα που είχε αναγκαστεί να σκάψει, η Εγκουέν είχε καταφέρει να αποφύγει τα χειρότερα, αλλά μόνο επειδή δεν πολυζύγωνε τις σκηνές, κυρίως για να αποφεύγει τη Σεβάνα πριν της έρθει να δώσει ένα καλό μάθημα σ’ αυτή τη γυναίκα. Δεν είχε αμφιβολία για το πώς θα κατέληγε αυτή η κατάσταση· η Σεβάνα είχε γίνει αποδεκτή ως Σοφή, όσες γκριμάτσες κι αν έκαναν οι Σοφές όταν εκείνη δεν ήταν μπροστά. Η Άμυς κι η Μπάιρ μάλλον θα άφηναν τη Σεβάνα να ορίσει η ίδια την τιμωρία της Εγκουέν. Τουλάχιστον, δεν ήταν δύσκολο να αποφεύγει τις σκηνές. Μπορεί να ήταν μαθητευόμενη, όμως μόνο η Σορίλεα έκανε τον κόπο να της διδάξει τα χίλια πράγματα που έπρεπε να γνωρίζει μια Σοφή. Μέχρι τη στιγμή που η Άμυς κι η Μπάιρ θα της έδιναν την τελική έγκριση για να επιστρέψει στον Τελ’αράν’ριοντ, είχε συνήθως ελεύθερες τις μέρες και τις νύχτες, αρκεί να ξέφευγε όταν μάζευαν τη Σουράντα και τις άλλες για να πλύνουν πιάτα και να μαζέψουν κοπριά για τις φωτιές και τα λοιπά.
Δεν καταλάβαινε γιατί οι μέρες έμοιαζαν να περνούν τόσο αργά· ίσως έφταιγε το ότι περίμενε την Άμυς και την Μπάιρ. Ο Γκάγουιν ήταν κάθε μέρα στον Ψηλό. Η Εγκουέν συνήθισε σιγά-σιγά τους κοροϊδευτικούς μορφασμούς της πανδοχέως, αν και μια-δυο φορές τής είχε έρθει η διάθεση να την κλωτσήσει. Ίσως τρεις· όχι περισσότερες. Εκείνες οι ώρες περνούσαν σαν αστραπή. Μόλις καθόταν στα γόνατά του, ήταν ώρα να σιάξει τα μαλλιά της και να φύγει. Δεν τη φόβιζε πια το να κάθεται στα γόνατά του. Όχι ότι την είχε φοβίσει ποτέ αυτό, αλλά στο τέλος ήταν κάτι παραπάνω από ευχάριστο. Αν μερικές φορές σκεφτόταν τα πράγματα που δεν έπρεπε να κάνει, αν αυτές οι σκέψεις την έκαναν να κοκκινίζει, ο Γκάγουιν πάντα χάιδευε το πρόσωπό της με τα δάχτυλά του, όταν αυτή κοκκίνιζε, κι έλεγε το όνομά της με τρόπο που θα μπορούσε να το ακούει για όλη της τη ζωή. Του Γκάγουιν του ξέφευγαν λιγότερα πράγματα για το τι συνέβαινε με τις Άες Σεντάι απ’ όσα μάθαινε η Εγκουέν απ’ αλλού, και δεν την πολυένοιαζε.
Οι υπόλοιπες ώρες σέρνονταν αργά σαν να κολλούσαν στη λάσπη. Είχε τόσο λίγα να κάνει, που της φαινόταν ότι θα έσκαγε από τη σύγχυση. Οι Σοφές που φυλούσαν σκοπιά στο μέγαρο της Άριλυν δεν ανέφεραν παρουσία άλλων Άες Σεντάι. Έχοντας επιλεγεί μεταξύ εκείνων που μπορούσαν να διαβιβάσουν, οι παρατηρήτριες έλεγαν ότι οι Άες Σεντάι εντός χειρίζονταν ακόμα τη Δύναμη μέρα και νύχτα δίχως διακοπή, όμως η Εγκουέν δεν τολμούσε να πλησιάσει, κι αν είχε πλησιάσει, δεν θα μπορούσε να καταλάβει τι έκαναν χωρίς να δει τις ροές. Αν οι Σοφές δεν ήταν τόσο ευέξαπτες, ίσως προσπαθούσε να περάσει τις ώρες της διαβάζοντας στη σκηνή της, όμως τη μία φορά που είχε αγγίξει βιβλίο χωρίς να είναι νύχτα με το φως της λάμπας, η Μπάιρ κάτι είχε μουρμουρίσει για τις κοπελίτσες που χαλούσαν τις μέρες τους ξαπλωμένες αργόσχολα, κι η Εγκουέν είχε ψιθυρίσει ότι είχε ξεχάσει κάτι κι είχε βγει γοργά από τη σκηνή πριν της βρουν κάτι πιο χρήσιμο να κάνει. Ακόμα και μια λιγόλεπτη συζήτηση με κάποια άλλα μαθητευόμενη θα ήταν επικίνδυνη. Είχε κοντοσταθεί για να μιλήσει με τη Σουράντα, η οποία κρυβόταν στη σκιά μιας σκηνής που ανήκε σε κάποια Σκυλιά της Πέτρας, και το αποτέλεσμα ήταν να τη βρει η Σορίλεα και να τη βάλει να κάνει μπουγάδα όλο το απόγευμα. Ίσως να ήταν ευχάριστες μερικές αγγαρείες, μόνο και μόνο για να έχει κάτι να κάνει, αλλά η Σορίλεα είχε εξετάσει τα πεντακάθαρα πλυμένα ρούχα που κρέμονταν μέσα στη σκηνή για να μην τα λερώσει η πανταχού παρούσα σκόνη, είχε ξεφυσήσει, κι είχε πει στις κοπέλες να τα ξαναπλύνουν. Δυο φορές τις είχε βάλει να το ξανακάνουν! Η Σεβάνα πάλι είχε έρθει να παρακολουθήσει λιγάκι.
Όταν ήταν στην πόλη, η Εγκουέν όλο κοιτούσε πάνω από τον ώμο της, αλλά την τρίτη μέρα προχώρησε στο μόλο προσεκτικά σαν ποντίκι που έκλεβε από γάτα. Ένας σταφιδιασμένος γέρος με μια στενή βάρκα είχε ξύσει τα μαλλιά του που αραίωναν κι είχε απαιτήσει ένα ασημένιο μάρκο για να την πάει στους Θαλασσινούς. Όλα ήταν πανάκριβα, αλλά αυτό ήταν εξωφρενικό. Η Εγκουέν τον κάρφωσε μ’ ένα ήρεμο βλέμμα, του είπε ότι θα του έδινε μια ασημένια πένα —και πάλι πολύ ήταν — κι ευχήθηκε με το παζάρεμα να μην κατέληγε να χάσει ολόκληρο το πουγκί της. Όλοι έτρεμαν και κοίταζαν με δέος τους Αελίτες, αλλά όταν ήταν ώρα για παζάρια, ξεχνούσαν και καντιν’σόρ και λόγχες και πολεμούσαν σαν λιοντάρια. Εκείνος άνοιξε το φαφούτικο στόμα του, το έκλεισε, την κοίταξε καλά, κι ύστερα μουρμούρισε κάτι μασημένο και της είπε προς έκπληξη της ότι του έκλεβε το ψωμί από το στόμα.