«Έμπα μέσα», της είπε γκρινιάρικα. «Έμπα μέσα. Δεν θα χαλαλίσω όλη τη μέρα για ψίχουλα. Έρχεσαι και φοβερίζεις τον άλλο. Του κλέβεις το ψωμί». Συνέχισε τον ίδιο σκοπό ακόμα κι όταν άρχισε να δουλεύει τα κουπιά κι είχε βγάλει τη βαρκούλα στα πλατιά νερά του Αλγκουένυα.
Η Εγκουέν δεν ήξερε αν ο Ραντ είχε συναντήσει την Κυρά των Κυμάτων, ευχόταν όμως να την είχε συναντήσει. Σύμφωνα με την Ηλαίην, ο Αναγεννημένος Δράκοντας ήταν ο Κοραμούρ των Θαλασσινών, ο Εκλεκτός, κι η εμφάνισή του αρκούσε για να τους κάνει να τρέχουν στο κάθε του θέλημα. Ο Ραντ αυτό ήδη το έβρισκε σε άλλους σε υπερβολικό βαθμό. Πάντως δεν ήταν ο Ραντ που την είχε στείλει εκεί πέρα παρέα με τον γκρινιάρη βαρκάρη. Η Ηλαίην είχε συναντήσει μερικούς Άθα’αν Μιέρε, είχε ταξιδέψει μ’ ένα πλοίο τους κι έλεγε ότι οι Θαλασσινές Ανεμοσκόποι μπορούσαν να διαβιβάζουν. Ήταν ένα καλά φυλαγμένο μυστικό των Άθα’αν Μιέρε, αλλά οι Ανεμοσκόποι στο πλοίο της Ηλαίην ήταν πρόθυμες με το παραπάνω να μοιραστούν μαζί της τις γνώσεις τους, όταν το μυστικό τους είχε αποκαλυφθεί. Οι Θαλασσινές Ανεμοσκόποι ήξεραν τον καιρό. Η Ηλαίην ισχυριζόταν ότι ήξεραν περισσότερα για τον καιρό απ’ όσα οι Άες Σεντάι. Είχε πει ότι η Ανεμοσκόπος στο πλοίο της δούλευε με πελώριες ροές, για να προκαλεί ευνοϊκούς ανέμους. Η Εγκουέν δεν είχε ιδέα πόσα απ’ αυτά ήταν αλήθεια και πόσα οφείλονταν στον ενθουσιασμό, όμως το να μάθει κάτι για τον καιρό θα ήταν προτιμότερο από το να κάθεται αργόσχολα και να αναρωτιέται αν θα ήταν προτιμότερο να την έπιανε η Νεσούνε παρά οι Σοφές κι η Σεβάνα. Μ’ όσα ήξερε τώρα, δεν θα μπορούσε να φέρει βροχή, ακόμα κι αν ο ουρανός ήταν μελανός κι έτοιμος να πετάξει αστραπές. Προς το παρόν, φυσικά, ο ήλιος έκαιγε χρυσός σε έναν ανέφελο ουρανό κι η κάψα έκανε τον αέρα να τρεμουλιάζει πάνω από τα σκοτεινά νερά. Τουλάχιστον, η σκόνη δεν έφτανε μακριά στο ποτάμι.
Όταν τελικά ο βαρκάρης μάζεψε τα κουπιά κι άφησε το μικρό σκάφος να πλησιάσει μαλακά το πλοίο, η Εγκουέν σηκώθηκε όρθια, αγνοώντας τη μουρμούρα του ότι θα έπεφταν κι οι δυο στο νερό. «Γεια σας!» φώναξε. «Γεια σας; Μπορώ να έρθω στο πλοίο;»
Είχε βρεθεί σε αρκετά ποταμόπλοια και καμάρωνε ότι ήξερε τους κατάλληλους όρους —οι ναυτικοί ήταν εύθικτοι στο θέμα των σωστών λέξεων— αλλά αυτό το σκάφος ήταν πέρα από τις εμπειρίες της. Είχε δει μερικά μακρύτερα ποταμίσια σκάφη, αλλά κανένα τόσο ψηλό. Κάποιοι του πληρώματος ήταν στα ξάρτια, άλλοι ανηφόριζαν τα γερτά κατάρτια, μελαψοί άνδρες γυμνοί από τη μέση και πάνω, ξυπόλητοι, με φαρδιά, πολύχρωμα παντελόνια που τα κρατούσαν ανοιχτόχρωμες κορδέλες, μελαψές γυναίκες με πολύχρωμες μπλούζες.
Η Εγκουέν ήταν έτοιμη να ξαναφωνάξει, πιο δυνατά, όταν μια σχοινόσκαλα ξετυλίχτηκε και κατηφόρισε το πλαϊνό του πλοίου. Δεν ακούστηκε κάποια απάντηση από το κατάστρωμα, όμως αυτό έμοιαζε με πρόσκληση. Η Εγκουέν ανέβηκε. Ήταν δύσκολο —όχι το ανέβασμα, αλλά το να κρατά τα φουστάνια της κοντά· καταλάβαινε γιατί οι Θαλασσινές φορούσαν παντελόνια— όμως τελικά έφτασε στην κουπαστή.
Αμέσως το βλέμμα της έπεσε σε μια γυναίκα που ήταν μια απλωσιά πιο πέρα στο κατάστρωμα. Η μπλούζα και το παντελόνι της ήταν από γαλάζιο μετάξι, με μια πιο σκούρα μπλε κορδέλα. Φορούσε τρεις δουλεμένους χρυσούς κρίκους σε κάθε αυτί και μια ψιλή αλυσιδίτσα απ’ όπου κρέμονταν μικρές λαμπυριστές πλακέτες, η οποία κατέληγε σε έναν κρίκο στη μύτη της. Η Ηλαίην της το είχε περιγράψει αυτό, και μάλιστα της το είχε δείξει χρησιμοποιώντας τον Τελ’αράν’ριοντ, αλλά η Εγκουέν μόρφασε τώρα που το έβλεπε στ’ αλήθεια. Υπήρχε, όμως, και κάτι άλλο. Ένιωθε την ικανότητα της διαβίβασης. Είχε βρει την Ανεμοσκόπο.
Άνοιξε το στόμα κι ένα μελαψό χέρι πέρασε αστραπιαία μπροστά από τα μάτια της με ένα μαχαίρι που γυάλιζε. Πριν προλάβει να τσιρίξει, η λεπίδα έκοψε τα σχοινιά της σκάλας. Ακόμα πιασμένη από το άχρηστο κατασκεύασμα, γκρεμίστηκε στη θάλασσα.
Τότε τσίριξε —για μια στιγμούλα μόνο, πριν πέσει στο ποτάμι με τα πόδια και βυθιστεί βαθιά. Το νερό μπήκε στο ανοιχτό στόμα της, πνίγοντας την κραυγή της· της φάνηκε ότι είχε καταπιεί το μισό ποτάμι. Πάλεψε μανιασμένα να ξεμπλέξει τα φουστάνια που είχαν κλείσει γύρω από το κεφάλι της κι άφησε τη σχοινόσκαλα. Δεν ήταν πανικοβλημένη. Όχι. Πόσο βαθιά είχε μπει; Ολόγυρά της επικρατούσε ένα λασπερό σκοτάδι. Προς τα πού ήταν η επιφάνεια; Σιδερένια μπράτσα έσφιξαν το στήθος της, αλλά αυτή έβγαλε την ανάσα της από τη μύτη και παρακολούθησε τις φυσαλίδες να ξεχύνονται όπως της φάνηκε προς τα κάτω κι αριστερά. Στριφογύρισε και κολύμπησε προς την επιφάνεια. Πόσο μακριά ήταν; Τα πνευμόνια της έκαιγαν.