Выбрать главу

Το κεφάλι της βγήκε στο φως της μέρας, και ρούφηξε αέρα βήχοντας. Προς έκπληξή της, ο βαρκάρης άπλωσε το χέρι και την ανέβασε στη βάρκα σιγά-σιγά, μουρμουρίζοντάς της να πάψει να σφαδάζει πριν αναποδογυρίσει τη βάρκα, προσθέτοντας ότι οι Θαλασσινοί ήταν εύθικτος λαός. Ο άνθρωπος ξανάγειρε για να πιάσει το επώμιο της πριν βυθιστεί ξανά. Εκείνη το άρπαξε από τα χέρια του, κι αυτός έκανε φοβισμένα πίσω, σαν να είχε πιστέψει ότι θα τον χτυπούσε μ’ αυτό. Η φούστα της κρεμόταν βαριά, η μπλούζα και το μισοφόρι της κολλούσαν πάνω της· η μαντίλα της έγερνε λοξά στο μέτωπό της. Μια λιμνούλα σχηματίστηκε στον πάτο της βάρκας κάτω από τα πόδια της.

Η βάρκα είχε απομακρυνθεί περίπου είκοσι βήματα από το πλοίο. Τώρα η Ανεμοσκόπος βρισκόταν στην κουπαστή, μαζί με άλλες δύο γυναίκες, που η μια φορούσε απλά πράσινα μεταξωτά κι η άλλη κόκκινα μπροκάρ, δουλεμένα με χρυσή κλωστή. Τα σκουλαρίκια κι οι κρίκοι στη μύτη κι οι αλυσίδες αστραφτοβολούσαν στον ήλιο.

«Σου αρνούμαστε το δώρο του ταξιδιού», κραύγασε η πράσινο ντυμένη, κι η άλλη με τα κόκκινα φώναξε, «Πες να ακούσει, οι μεταμφιέσεις δεν μας ξεγελούν. Δεν μας φοβίζετε. Αρνιόμαστε σε όλους σας το δώρο του ταξιδιού».

Ο ρυτιδιασμένος βαρκάρης έπιασε τα κουπιά, όμως η Εγκουέν έδειξε με το δάχτυλο της τη στενή μύτη του. «Κάτσε εκεί που είσαι». Εκείνος σταμάτησε. Την είχαν πετάξει στη θάλασσα. Δεν είχαν πει ούτε λέξη απλής ευγένειας.

Πήρε μια βαθιά ανάσα, αγκάλιασε το σαϊντάρ και διαβίβασε τέσσερις ροές πριν προλάβει να αντιδράσει η Ανεμοσκόπος. Ήξερε τον καιρό, λοιπόν; Ήξερε, όμως, να διαιρέσει τις ροές της στα τέσσερα; Δεν ήταν πολλές οι Άες Σεντάι που το μπορούσαν. Η μια ροή ήταν Πνεύμα, μια ασπίδα την οποία άπλωσε στην Ανεμοσκόπος για να την εμποδίσει να αναμιχθεί. Αν ήξερε πώς να το κάνει. Οι άλλες τρεις ροές ήταν Αέρας, υφασμένες ντελικάτα γύρω από κάθε γυναίκα, αιχμαλωτίζοντας τα χέρια στα πλευρά τους. Δεν ήταν πολύ δύσκολο να τις σηκώσει, μα δεν ήταν κι εύκολο.

Αναταραχή επικράτησε στο πλοίο, καθώς οι γυναίκες υψώνονταν στον αέρα κι έβγαιναν πάνω από το ποτάμι. Η Εγκουέν άκουσε τον βαρκάρη να βογκά. Δεν την ενδιέφερε αυτός. Οι τρεις Θαλασσινές δεν τίναζαν καν τα πόδια τους. Τις σήκωσε με κόπο πιο ψηλά, κάπου δέκα με δώδεκα βήματα πιο ψηλά από την επιφάνεια· όσο κι αν έβαζε τα δυνατά της, αυτό έμοιαζε να είναι το όριο της. Εντάξει, δεν θέλεις να τους κάνεις μεγάλη ζημιά, σκέφτηκε, κι άφησε τις υφάνσεις. Τώρα θα τσιρίξουν.

Οι Θαλασσινές μαζεύτηκαν σχηματίζοντας μπάλα με τα κορμιά τους μόλις άρχισαν να πέφτουν, στριφογύρισαν, ίσιωσαν με τα χέρια απλωμένα μπροστά. Μπήκαν στο νερό με μικρό παφλασμό. Μερικές στιγμές μετά, τρία μελαχρινά κεφάλια ξεπρόβαλαν από τα νερά κι οι γυναίκες άρχισαν να κολυμπούν γοργά προς το πλοίο.

Η Εγκουέν έκλεισε το στόμα της. Αν τις πιάσω από τους αστραγάλους και τις βουτήξω με το κεφάλι, θα... Μα τι σκεφτόταν; Ότι αναγκαστικά θα ούρλιαζαν, επειδή είχε ουρλιάξει κι η ίδια; Δεν ήταν πιο μουσκεμένη απ’ αυτές. Σαν βρεγμένη γάτα πρέπει να ’μαι! Διαβίβασε με προσοχή —όταν δούλευες στον εαυτό σου, πάντα έπρεπε να προσέχεις· δεν έβλεπες καθαρά τις ροές— και το νερό κύλησε από πάνω της, βγήκε από τα ρούχα της. Η λιμνούλα ήταν αρκετά μεγάλη.

Ο βαρκάρης που την κοίταζε καθηλωμένος, με το στόμα ορθάνοιχτο και τα μάτια γουρλωμένα, την έκανε να καταλάβει τι είχε κάνει. Είχε διαβιβάσει, καταμεσής στο ποτάμι, χωρίς τίποτα να την κρύβει από κάποια Άες Σεντάι που ίσως είχε τύχει να κοιτάζει εκεί. Παρά τον ήλιο, ένιωσε ξαφνικά μια παγωνιά να της τρυπά το μεδούλι.

«Τώρα μπορείς να με βγάλεις έξω». Δεν ήξερε ποιος ήταν στο μόλο· από αυτή την απόσταση, δεν μπορούσε να ξεχωρίσει άνδρα από γυναίκα. «Όχι στην πόλη. Στην όχθη». Ο άλλος έπιασε να κάνει κουπί, τόσο δυνατά που η Εγκουέν παραλίγο θα έπεφτε κάτω.

Την πήγε σε ένα σημείο που η όχθη ήταν γεμάτη με λείες πέτρες μεγάλες όσο το κεφάλι της. Δεν φαινόταν κανείς, όμως αυτή πήδηξε μόλις η βάρκα άγγιξε μ’ ένα τρίξιμο τα βράχια, ανασήκωσε τα φουστάνια της κι όρμηξε στην κεκλιμένη όχθη τρέχοντας με ρυθμό τον οποίο διατήρησε ώσπου έφτασε στη σκηνή της, όπου σωριάστηκε κάτω, λαχανιασμένη, κάθιδρη. Δεν ξαναπλησίασε την πόλη. Παρά μόνο για να συναντήσει τον Γκάγουιν, φυσικά.

Οι μέρες περνούσαν κι ο σχεδόν ακατάπαυστος πια άνεμος έφερνε κύματα σκόνης και λέρας μέρα-νύχτα. Την πέμπτη βραδιά, η Μπάιρ συνόδευσε την Εγκουέν στον Κόσμο των Ονείρων, σε μια βιαστική εξόρμηση εν είδει δοκιμής, μια βόλτα στο μέρος του Τελ’αράν’ριοντ που ήξερε καλύτερα η Μπάιρ, την Ερημιά του Άελ, μια καμένη, τραχιά γη που έκανε ακόμα και την Καιρχίν που τη μάστιζε η ξηρασία να φαντάζει χλοερή κι όμορφη. Ένα βιαστικό ταξιδάκι, κι ύστερα η Μπάιρ κι η Άμυς ήρθαν να την ξυπνήσουν για να δουν αν. υπήρχαν παρενέργειες. Δεν υπήρχαν. Όσο κι αν την έβαλαν να τρέχει και να πηδά, όσες φορές κι αν κοίταξαν τα μάτια της κι αφουγκράστηκαν την καρδιά της, σ’ αυτό συμφωνούσαν, αλλά παρά τη συμφωνία τους, την επόμενη βραδιά η Άμυς την πήρε για άλλο ένα σύντομο ταξιδάκι στην Ερημιά, που την ακολούθησε άλλη μια εξέταση, μετά την οποία η Εγκουέν με χαρά σύρθηκε στο κρεβατάκι της και βυθίστηκε σε βαθύ ύπνο.