Выбрать главу

Τις δύο εκείνες νύχτες δεν ξαναγύρισε στον Κόσμο των Ονείρων, αλλά αυτό οφειλόταν κυρίως στην εξάντληση. Πιο πριν, έλεγε στον εαυτό της κάθε βράδυ ότι έπρεπε να σταματήσει —θα ήταν αστείο αν την έπιαναν να παραβιάζει τους περιορισμούς που της είχαν θέσει τη στιγμή που ήταν έτοιμες να τους σταματήσουν— αλλά κάπως γινόταν και συνεχώς έκρινε ότι ένα ταξιδάκι δεν θα πείραζε, αρκεί να ήταν αρκετά σύντομο για να μειωθεί ο κίνδυνος να αποκαλυφθεί. Κάτι που απέφευγε ήταν το μέρος μεταξύ του Τελ’αράν’ριοντ και του ξυπνητού κόσμου, το μέρος όπου αιωρούνταν τα όνειρα. Το απέφευγε πολύ περισσότερο από τότε που είχε πιάσει τον εαυτό της να σκέφτεται ότι αν πρόσεχε, θα μπορούσε να κοιτάξει τα όνειρα του Γκάγουιν χωρίς να παρασυρθεί μέσα τους, κι ότι, ακόμα κι αν παρασυρόταν εκεί, στο κάτω-κάτω θα ήταν απλώς ένα όνειρο. Υπενθύμισε αυστηρά στον εαυτό της ότι ήταν μια μεγάλη γυναίκα, όχι κανένα χαζοκόριτσο. Χαιρόταν που δεν ήξερε κανείς άλλος σε τι κουβάρι είχε μετατρέψει τις σκέψεις της ο Γκάγουιν. Η Άμυς κι η Μπάιρ θα γελούσαν μέχρι δακρύων.

Την έβδομη νύχτα, ετοιμάστηκε προσεκτικά για να πέσει στο κρεβάτι, βάζοντας καθαρή νυχτικιά και βουρτσίζοντας τα μαλλιά της τόσο που έλαμπαν. Όλα αυτά ήταν άχρηστα για τον Τελ’αράν’ριοντ, όμως έτσι ξεχνούσε για λίγο το στομάχι της που ανακατευόταν. Απόψε θα περίμεναν Άες Σεντάι στην Καρδιά της Πέτρας, όχι η Νυνάβε κι η Ηλαίην. Κανονικά, αυτό δεν θα άλλαζε τίποτα, εκτός αν... Η φιλντισένια βούρτσα πάγωσε στα μισά της κίνησης της. Εκτός αν κάποια από τις Άες Σεντάι αποκάλυπτε ότι ήταν μονάχα Αποδεχθείσα. Γιατί δεν το είχε σκεφτεί αυτό νωρίτερα; Μα το Φως, ευχόταν να μπορούσε να μιλήσει με τη Νυνάβε και την Ηλαίην. Αλλά κάτι τέτοιο θα ήταν ανώφελο, κι ήταν σίγουρη ότι το όνειρο εκείνο στο οποίο έσπαζε πράγματα, σήμαινε ότι κάτι θα πήγαινε πολύ άσχημα αν δεν μιλούσε μαζί τους.

Μασώντας το χείλος της, σκέφτηκε να πάει στην Άμυς και να της πει ότι δεν ένιωθε καλά. Όχι κάτι σοβαρό, απλώς ένα πονεμένο στομαχάκι, αλλά δεν νόμιζε ότι μπορούσε να επισκεφθεί το όνειρο απόψε. Είχαν κανονίσει να ξαναρχίσει τα μαθήματα μετά από την αποψινή συνάντηση, αλλά... Άλλο ένα ψέμα, άσε που ήταν κι επίδειξη δειλίας. Δεν μπορούσαν να είναι όλοι γενναίοι, όμως η δειλία ήταν αξιοκαταφρόνητη. Ό,τι κι αν συνέβαινε απόψε, θα ανάγκαζε τον εαυτό της να το αντιμετωπίσει, τελεία και παύλα.

Στο τέλος άφησε κατά μέρος τη βούρτσα, φύσηξε τη λάμπα για να σβήσει και χώθηκε στο κρεβατάκι της. Ήταν τόσο κουρασμένη που δεν δυσκολεύτηκε να αποκοιμηθεί, αν και τώρα ήξερε πώς να κοιμηθεί ανά πάσα στιγμή, αν ήταν ανάγκη, και μπορούσε επίσης να μπει σε μια ελαφριά ύπνωση όπου μπορούσε να βρίσκεται στον Κόσμο των Ονείρων και ταυτοχρόνως να μιλά —να μουρμουρίζει, καλύτερα— σε κάποιον που περίμενε πλάι στο κορμί της. Τελευταία πριν την πιάσει ο ύπνος, συνειδητοποίησε κάτι που την ξάφνιασε. Δεν ένιωθε πια ανακατεμένο το στομάχι της.

Στεκόταν σε ένα μεγάλο θολωτό θάλαμο με ένα δάσος από χοντρές κολόνες από γυαλισμένη κοκκινόπετρα. Ήταν η Καρδιά της Πέτρας, στην Πέτρα του Δακρύου. Επίχρυσες λάμπες κρέμονταν ψηλά από αλυσίδες. Ήταν σβησμένες, μα φυσικά υπήρχε φως, το οποίο αναδιδόταν από παντού και πουθενά. Η Άμυς κι η Μπάιρ ήταν ήδη εκεί και δεν έδειχναν διαφορετικές απ’ ό,τι το πρωί, μόνο που όλα τα μενταγιόν και τα βραχιόλια τους έλαμπαν πιο πολύ κι από το χρυσάφι. Μιλούσαν χαμηλόφωνα και φαίνονταν ενοχλημένες. Η Εγκουέν έπιασε μερικές σκόρπιες λέξεις, αλλά δυο απ’ αυτές ήταν «Ραντ αλ’Θόρ».

Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι είχε το λευκό φόρεμα με τις ρίγες στον ποδόγυρο που φορούσαν οι Αποδεχθείσες. Μόλις το κατάλαβε, το φόρεμα έγινε το ρούχο των Σοφών, δίχως κοσμήματα. Της φάνηκε ότι οι άλλες δεν το είχαν προσέξει κι ότι δεν θα ήξεραν τι σήμαινε ακόμα κι αν το είχαν προσέξει. Υπήρχαν φορές που με την υποταγή έχανες λιγότερο τζι κι αποκτούσες λιγότερο τοχ απ’ όσο η αντίθετη λύση, αλλά οι Αελίτες δεν θα το σκέφτονταν καν αν πρώτα δεν προσπαθούσαν να πολεμήσουν.