Выбрать главу

«Άργησαν πάλι», είπε σαρκαστικά η Άμυς, βγαίνοντας στον ανοιχτό χώρο κάτω από τον λαμπρό θόλο του θαλάμου. Χωμένο στις πλάκες του δαπέδου, υπήρχε ένα σπαθί φτιαγμένο από κρύσταλλο, το Καλαντόρ της προφητείας, ένα αρσενικό σα’ανγκριάλ από τα ισχυρότερα που είχαν φτιαχτεί ποτέ. Ο Ραντ το είχε βάλει εκεί για να τον θυμούνται οι Δακρυνοί, λες κι υπήρχε περίπτωση να τον ξεχάσουν, όμως η Άμυς δεν του έριξε παρά μόνο μια φευγαλέα ματιά. Για τους άλλους, μπορεί το Σπαθί Που Δεν Είναι Σπαθί να ήταν σύμβολο του Αναγεννημένου Δράκοντα· γι’ αυτήν, ήταν κάτι που αφορούσε τους υδρόβιους. «Ας ελπίσουμε να μην υποκριθούν πάλι ότι αυτές τα ξέρουν όλα κι εμείς τίποτα. Την τελευταία φορά είχαν βελτιωθεί».

Το περιφρονητικό ρουθούνισμα της Μπάιρ θα ξάφνιαζε τη Σορίλεα. «Δεν θα βελτιωθούν ποτέ. Το ελάχιστο που οφείλουν να κάνουν είναι να έρχονται εκεί που είχαν πει ότι θα είναι, την ώρα που είχαν πει ότι—» Σταμάτησε να μιλά, καθώς επτά γυναίκες εμφανίζονταν ξαφνικά στην άλλη μεριά του Καλαντόρ.

Η Εγκουέν τις αναγνώρισε, όπως και τη νεαρή γυναίκα με τα αποφασισμένα, γαλανά μάτια που είχε δει κι άλλοτε στον Τελ’αράν’ριοντ. Ποια ήταν; Η Άμυς κι η Μπάιρ μιλούσαν για τις άλλες —συνήθως με σαρκαστικό τόνο— αλλά όχι γι’ αυτήν. Φορούσε επώμιο με γαλάζια κρόσσια· όλες φορούσαν τα επώμιά τους. Τα φορέματα άλλαζαν χρώμα και στυλ κάθε στιγμή, όμως τα επώμια δεν τρεμούλιαζαν ποτέ.

Το βλέμμα των Άες Σεντάι καρφώθηκε αμέσως στην Εγκουέν. Οι Σοφές ήταν σαν να μην υπήρχαν.

«Εγκουέν αλ’Βέρ», είπε η Σέριαμ με τυπικότητα, «καλείσαι να παρουσιαστείς ενώπιον της Αίθουσας του Πύργου». Τα γερτά πράσινα μάτια της έλαμπαν από κάποιο κρυμμένο συναίσθημα. Την Εγκουέν την έπιασε ναυτία· ήξεραν ότι παρίστανε πως ήταν πλήρης αδελφή.

«Μη ρωτήσεις γιατί καλείσαι», είπε η Καρλίνυα ακριβώς μετά τη Σέριαμ, ενώ η παγωμένη φωνή της έκανε ακόμα πιο σκληρή την τυπικότητα. «Σου πρέπει να απαντήσεις, όχι να ρωτάς». Για κάποιο λόγο, είχε κόψει τα μαλλιά της κοντά· ήταν από τις ασήμαντες λεπτομέρειες που κυριαρχούσαν στις σκέψεις της Εγκουέν. Δεν ήθελε ούτε να σκεφτεί τι σήμαιναν όλα αυτά. Οι τελετουργικές φράσεις προχωρούσαν με τον επιβλητικό ρυθμό τους. Η Άμυς κι η Μπάιρ έσιαξαν τα επώμιά τους κι έσμιξαν τα φρύδια, ενώ η ενόχλησή τους μετατρεπόταν σιγά-σιγά σε ανησυχία.

«Μην καθυστερήσεις να έρθεις». Η Εγκουέν πάντα θεωρούσε την Ανάγια καλοσυνάτη, όμως η γυναίκα με το σκληρό πρόσωπο μιλούσε αποφασιστικά όπως η Καρλίνυα, κι η τυπικότητά της δεν έκρυβε περισσότερη θέρμη. «Οφείλεις να υπακούσεις επειγόντως».

Και οι τρεις μίλησαν εν χορώ. «Οφείλεις να φοβηθείς το κάλεσμα της Αίθουσας. Οφείλεις να υπακούσεις γοργά και ταπεινά, χωρίς ερωτήσεις. Καλείσαι να γονατίσεις ενώπιον της Αίθουσας του Πύργου και να δεχθείς την κρίση της».

Η Εγκουέν συγκράτησε την αναπνοή της, τουλάχιστον για να μην αρχίσει να λαχανιάζει. Ποια ήταν η τιμωρία για την πράξη της; Υποψιαζόταν πως δεν θα ήταν μικρή, για να χρειάζεται τέτοια τελετουργία. Όλες την κοίταζαν. Προσπάθησε να διακρίνει τι έκρυβαν τα πρόσωπα των Άες Σεντάι. Τα έξι έδειχναν αγέραστη γαλήνη, κι ίσως ένα ίχνος έντασης στα μάτια. Η νεαρή Γαλάζια είχε την ψυχραιμία και την ηρεμία κάποιας που ήταν Άες Σεντάι εδώ και χρόνια, αλλά δεν μπορούσε να κρύψει ένα μειδίαμα ικανοποίησης.

Έμοιαζαν να περιμένουν για κάτι. «Θα έρθω το συντομότερο δυνατόν», είπε. Μπορεί να είχε αναγούλα στο στομάχι, όμως στη φωνή ήταν αντάξιά τους. Δεν θα έδειχνε δειλία. Θα γινόταν Άες Σεντάι. Αν της το επέτρεπαν, ύστερα απ’ αυτό. «Δεν ξέρω, όμως, πόσο σύντομα. Είναι μακρύς ο δρόμος και δεν ξέρω πού ακριβώς βρίσκεται το Σαλιντάρ. Μόνο ότι είναι κάπου κοντά στον ποταμό Έλνταρ».

Η Σέριαμ αντάλλαξε ματιές με τις άλλες. Το φόρεμά της από ανοιχτογάλανο μετάξι έγινε σκούρο γκρίζο, με σχιστή φούστα ιππασίας. «Είμαστε σίγουρες ότι υπάρχει τρόπος να γίνει το ταξίδι γρήγορα. Αν βοηθήσουν οι Σοφές. Η Σιουάν είναι σίγουρη ότι θα χρειαστείς το πολύ μια-δυο μέρες αν μπεις εν σώματι στον Τελ’αράν’ριοντ—»

«Όχι», είπε κοφτά τη Μπάιρ, την ίδια στιγμή που η Άμυς έλεγε, «Δεν θα της διδάξουμε τέτοια πράγματα. Το είχαν χρησιμοποιήσει για το κακό, είναι κακό κι αυτοί που το κάνουν χάνουν ένα κομμάτι του εαυτού τους».

«Δεν μπορείτε να είστε σίγουρες γι’ αυτό», είπε υπομονετικά η Μπεόνιν, «μιας κι όπως φαίνεται καμία σας δεν το έχει κάνει ποτέ. Αλλά αν ξέρετε γι’ αυτό, θα έχετε κάποια ιδέα για το πώς γίνεται. Ίσως μπορέσουμε να βρούμε αυτά που δεν ξέρετε».

Ήταν λάθος αυτός ο υπομονετικός τόνος. Η Άμυς έσιαξε το επώμιο της και στάθηκε με το κορμί ακόμα πιο στητό απ’ όσο συνήθως. Η Μπάιρ έφερε τις γροθιές στους γοφούς της με μια άγρια ματιά και το στόμα μισάνοιχτο να δείχνει δόντια. Σε ελάχιστες στιγμές θα ξεσπούσε η έκρηξη την οποία είχαν υπαινιχθεί οι Σοφές. Θα έδιναν σ’ αυτές τις Άες Σεντάι μερικά μαθήματα για το τι μπορούσες να κάνεις στον Τελ’αράν’ριοντ, δείχνοντάς τους πόσο λίγα ήξεραν. Η Άες Σεντάι στάθηκαν μπροστά τους γαλήνιες, όλο αυτοπεποίθηση. Τα επώμιά τους ήταν σταθερά, όμως τα φορέματα τους τρεμόπαιζαν γοργά σαν το καρδιοχτύπι της Εγκουέν. Μόνο τα ρούχα της νεαρής Γαλάζιας έδειχναν να αντέχουν, κι είχαν αλλάξει μόνο μια φορά μέσα σ’ αυτή την ατέλειωτη σιωπή.