Выбрать главу

Μόλις εξαφανίστηκε η Εγκουέν, ο Ραντ βγήκε από τις κολόνες. Ερχόταν μερικές φορές εδώ, για να κοιτάξει το Καλαντόρ. Η πρώτη επίσκεψη ήταν μετά από τότε ο Ασμόντιαν του είχε διδάξει να αντιστρέφει τις υφάνσεις. Τότε είχε αλλάξει τις παγίδες που είχε στήσει γύρω από το τερ’ανγκριάλ για να τις βλέπει μόνο αυτός. Αν πίστευες τις Προφητείες, αυτός που το τραβούσε θα «ερχόταν στο κατόπι του». Δεν ήξερε πόσα πίστευε πια, μα δεν ήταν φρόνιμο να ρισκάρεις.

Ο Λουζ Θέριν μούγκρισε κάπου στο βάθος του μυαλού του —πάντα έτσι έκανε όταν ο Ραντ ερχόταν κοντά στο Καλαντόρ — αλλά απόψε το αστραφτερό κρυστάλλινο σπαθί δεν ενδιέφερε καθόλου τον Ραντ. Κοίταξε το σημείο όπου προηγουμένως κρεμόταν ο πελώριος χάρτης. Δεν ήταν πραγματικός χάρτης, εκεί προς το τέλος, αλλά κάτι παραπάνω. Τι μέρος ήταν αυτό; Ήταν απλώς η τύχη που τον είχε τραβήξει εδώ απόψε αντί για χτες ή αύριο; Η τα’βίρεν έλξη του στο Σχήμα; Δεν είχε σημασία. Η Εγκουέν είχε δεχθεί ταπεινά το κάλεσμα και δεν θα το έκανε, αν είχε προέλθει από τον Πύργο και την Ελάιντα. Το Σαλιντάρ ήταν το μέρος όπου κρύβονταν οι μυστηριώδεις φίλες της. Όπου βρισκόταν η Ηλαίην. Του είχαν παραδοθεί μόνες τους.

Γελώντας, άνοιξε μια πύλη προς την αντανάκλαση του παλατιού στο Κάεμλυν.

33

Κουράγιο και Δύναμη

Γονατιστή, φορώντας μόνο το μισοφόρι της, η Εγκουέν κοίταξε κατσουφιασμένη το πράσινο μεταξωτό φόρεμα ιππασίας που φορούσε κάποτε στην Ερημιά, πριν από πολύ καιρό όπως της φαινόταν. Είχε να κάνει τόσα και τόσα. Είχε αφιερώσει λίγο χρόνο για να γράψει ένα βιαστικό σημείωμα κι είχε σηκώσει την Κογουίντε από τις κουβέρτες της, δίνοντάς της εντολές να το αφήσει το πρωί στον Ψηλό. Δεν έλεγε πολλά, κυρίως ότι έπρεπε να φύγει —δεν ήξερε πολύ περισσότερα— αλλά δεν μπορούσε να εξαφανιστεί χωρίς να το πει στον Γκάγουιν. Μερικές φράσεις της την έκαναν να κοκκινίσει καθώς τις θυμόταν —άλλο να του λες ότι τον αγαπάς, κι άλλο να του ζητάς να σε περιμένει!— όμως τον είχε νοιαστεί, όσο ήταν δυνατόν κάτι τέτοιο. Τώρα έπρεπε να προετοιμαστεί κι η ίδια, ενώ σχεδόν δεν ήξερε για τι πράγμα ετοιμαζόταν.

Η πόρτα της σκηνής άνοιξε και μπήκαν πρώτα η Άμυς κι ύστερα η Μπάιρ κι η Σορίλεα. Παρατάχθηκαν σε σειρά, κοιτώντας την αφ’ υψηλού. Τρία πρόσωπα που την κοίταζαν αυστηρά, αποδοκιμαστικά. Κρατήθηκε για να μη σφίξει το φόρεμα στο στήθος της· με το μισοφόρι, ένιωθε έντονα πως ήταν σε μειονεκτική θέση. Κι αρματωσιά να φορούσε, πάλι σε μειονεκτική θέση θα ήταν. Έφταιγε το ότι ήξερε πως είχε κάνει λάθος. Την ξάφνιαζε που είχαν αργήσει τόσο να έρθουν.

Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Αν ήρθατε για να με τιμωρήσετε, δεν έχω χρόνο ούτε για να κουβαλήσω νερό, ούτε για να σκάψω τρύπες, ούτε για τίποτα τέτοιο. Λυπάμαι, αλλά είπα ότι θα πάω όσο πιο σύντομα μπορώ, και νομίζω ότι εκείνες θα μετράνε και τα λεπτά».

Τα ανοιχτόξανθα φρύδια της Άμυς υψώθηκαν με έκπληξη, κι η Σορίλεα με την Μπάιρ κοιτάχτηκαν μπερδεμένες. «Γιατί να σε τιμωρήσουμε;» ρώτησε η Άμυς. «Έπαψες να είσαι μαθήτρια τη στιγμή που σε κάλεσαν οι αδελφές σου. Πρέπει να πας σ’ αυτές ως Άες Σεντάι».

Η Εγκουέν έκρυψε το μορφασμό της κοιτώντας πάλι εξεταστικά το φόρεμα ιππασίας. Είχε κάνει ελάχιστες ζάρες παρ’ όλο που ήταν διπλωμένο μέσα στο σεντούκι τόσους μήνες. Βίασε τον εαυτό της να τις αντικρίσει ξανά. «Ξέρω ότι είστε θυμωμένες μαζί μου, κι έχετε κάθε λόγο—»

«Θυμωμένες;» είπε η Σορίλεα. «Δεν είμαστε θυμωμένες. Νόμιζα ότι μας ξέρεις». Η αλήθεια ήταν πως δεν φαινόταν θυμωμένες, είχαν όμως μια αποδοκιμαστική έκφραση στα πρόσωπά τους, ακόμα και το δικό της.

Η Εγκουέν τις κοίταξε μία-μία, ειδικά την Άμυς και τη Μπάιρ. «Αλλά μου είπατε ότι κατά τη γνώμη σας αυτό που πάω να κάνω είναι λάθος· είπατε ότι δεν θα ’πρεπε ούτε να το σκεφτώ. Είπα ότι δεν θα το σκεφτώ, και μετά έπιασα και βρήκα πώς να το κάνω».

Ένα απροσδόκητο χαμόγελο χαράχτηκε στο τραχύ πρόσωπο της Σορίλεα. Τα άφθονα βραχιόλια της κουδούνισαν, καθώς έσιαζε το επώμιο της με κινήσεις που μαρτυρούσαν ικανοποίηση. «Βλέπετε; Σας είπα ότι θα καταλάβαινε. Θα μπορούσε να είναι Αελίτισσα».

Ένα μέρος της έντασης που κατείχε την Άμυς χάθηκε, και λίγο περισσότερο από την Μπάιρ, κι η Εγκουέν κατάλαβε. Δεν ήταν θυμωμένες επειδή σκόπευε να μπει στον Τελ’αράν’ριοντ με τη σάρκα. Αυτό από τη δική τους οπτική γωνία ήταν λάθος, αλλά έπρεπε να κάνεις αυτό που πίστευες ότι έπρεπε να κάνεις, κι ακόμα κι αν πετύχαινε, δεν θα όφειλε τίποτα σε κανέναν, μόνο στον εαυτό της. Δεν ήταν καθόλου θυμωμένες, προς το παρόν. Αυτό που τις τριβέλιζε ήταν το ψέμα της. Η Εγκουέν ένιωσε ναυτία. Το ψέμα που είχε παραδεχτεί. Ίσως το μικρότερο ψέμα.