Выбрать главу

Χρειάστηκε άλλη μια βαθιά ανάσα για να βγάλει ο λαιμός της λέξεις. «Είπα ψέματα και για άλλα πράγματα επίσης. Μπήκα στον Τελ’αράν’ριοντ μόνη αφότου είχα υποσχεθεί να μη μπω». Το πρόσωπο της Άμυς σκοτείνιασε ξανά. Η Σορίλεα, που δεν ήταν ονειροβάτισσα, απλώς κούνησε το κεφάλι με μια πικρή έκφραση. «Είχα υποσχεθεί να υπακούω ως μαθήτρια, αλλά όταν είπατε ότι ο Κόσμος των Ονείρων ήταν επικίνδυνος, ενώ ήμουν τραυματισμένη, εγώ μπήκα και πάλι». Η Μπάιρ σταύρωσε τα χέρια, ανέκφραστη. Η Σορίλεα μουρμούρισε κάτι για χαζοκόριτσα, αλλά δεν φάνηκε πολύ ενοχλημένη. Η Εγκουέν πήρε και τρίτη ανάσα· αυτό θα ήταν το δυσκολότερο να το πει. Το στομάχι της δεν ήταν πια ανακατεμένο· διαμαρτυρόταν τόσο δυνατά, ώστε εκείνη ξαφνιάστηκε που δεν έτρεμε ολόκληρη. «Το χειρότερο είναι ότι δεν είμαι Άες Σεντάι. Είμαι απλώς Αποδεχθείσα. Θα μπορούσατε να πείτε πως είμαι μαθητευόμενη. Θα κάνω χρόνια μέχρι να γίνω πλήρης Άες Σεντάι, αν γίνω ποτέ, τώρα πια».

Η Σορίλεα ύψωσε το κεφάλι όταν το άκουσε αυτό, και τα χείλη της σφίχτηκαν σχηματίζοντας μια λεπτή γραμμή, αλλά οι Σοφές δεν είπαν τίποτα. Ήταν δουλειά της Εγκουέν να διορθώσει την κατάσταση. Τα πράγματα δεν θα ήταν όπως πριν, αλλά...

Παραδέχτηκες τα πάντα, της ψιθύρισε μια φωνούλα. Δες τώρα πόσο γρήγορα μπορείς να φτάσεις στο Σαλιντάρ. Έστω κι έτσι, ίσως κάποτε γίνεις Άες Σεντάι, αλλά όχι αν κορώσεις κι άλλο το θυμό τους.

Η Εγκουέν χαμήλωσε το βλέμμα και κοίταξε τα στρώματα των πολύχρωμων χαλιών, ενώ το στόμα της στράβωνε από περιφρόνηση. Περιφρόνηση γι’ αυτή τη φωνούλα. Κι από ντροπή που η φωνούλα μιλούσε κατευθείαν στο μυαλό της, που μπορούσε να σκεφτεί κάτι τέτοιο. Ετοιμαζόταν να αναχωρήσει, αλλά πριν φύγει, έπρεπε να ξεκαθαρίσει τα πράγματα. Μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο, με το τζι’ε’τόχ. Έκανες αυτό που έπρεπε να κάνεις και μετά πλήρωνες τι τίμημα. Πριν από μήνες, στην Ερημιά, η Αβιέντα της είχε δείξει πώς εξιλεωνόσουν για ένα ψέμα.

Μαζεύοντας και την τελευταία ικμάδα του κουράγιου της, ελπίζοντας να ήταν αρκετή, η Εγκουέν άφησε κατά μέρος το μεταξωτό φόρεμα και σηκώθηκε όρθια. Το παράξενο ήταν ότι τώρα που είχε κάνει την αρχή, η συνέχεια της φαινόταν ευκολότερη. Σήκωσε το βλέμμα για να τις κοιτάξει κατάματα, μα τις κοίταξε με περηφάνια, με το κεφάλι ψηλά, κι άρθρωσε τις λέξεις χωρίς καθόλου δυσκολία. «Έχω τοχ». Δεν ένιωθε πια το στομάχι της ανακατεμένο. «Ζητώ τη χάρη, να με βοηθήσετε να ξεπληρώσω το τοχ μου». Το Σαλιντάρ θα την περίμενε.

Στηριγμένος στον αγκώνα του, ο Ματ κοίταξε εξεταστικά το παιχνίδι των Φιδιών και των Αλεπούδων που ήταν στημένο στο πάτωμα της σκηνής. Αραιά και πού κυλούσε μια σταγόνα ιδρώτα από το πηγούνι του και μόλις ξαστοχούσε τον άβακα. Δεν ήταν κανονικός άβακας, απλώς ένα κόκκινο πανί, στο οποίο ήταν σχεδιασμένος με μαύρο μελάνι ο ιστός των γραμμών και τα βέλη που έδειχναν ποιες γραμμές επέτρεπαν κίνηση προς τη μία κατεύθυνση και ποιες προς αμφότερες. Δέκα ανοιχτόχρωμοι ξύλινοι δίσκοι που έφεραν τρίγωνο σχεδιασμένο με μελάνι ήταν οι αλεπούδες, δέκα άλλοι με μια κυματιστή γραμμή ήταν τα φίδια. Δύο λάμπες δεξιά κι αριστερά έχυναν άπλετο φως.

«Θα νικήσουμε αυτή τη φορά, Ματ», είπε ο Όλβερ με έξαψη. «Ξέρω ότι θα νικήσουμε».

«Ίσως», είπε ο Ματ. Οι δύο δίσκοι τους με τους μαύρους λεκέδες ήταν πάλι κοντά στον κύκλο που υπήρχε στο κέντρο του άβακα, αλλά η επόμενη ζαριά ήταν για τα φίδια και τις αλεπούδες. Τις πιο πολλές φορές δεν έφτανες καν στην εξωτερική περίμετρο. «Ρίξε τα ζάρια». Ποτέ δεν άγγιζε ο ίδιος τα ζάρια, από τη μέρα που τα είχε δώσει στο αγόρι· αν ήταν να παίξουν το παιχνίδι, καλύτερα να έπαιζαν χωρίς να παρεμβάλλεται η τύχη του.

Μ’ ένα πλατύ χαμόγελο, ο Όλβερ κούνησε το κύπελλο από πετσί κι έριξε τα ξύλινα ζάρια που είχε φτιάξει ο πατέρας του. Άφησε ένα βογκητό καθώς μετρούσε τα διακριτικά· αυτή τη φορά, τρία ζάρια έδειχναν πλευρές σημαδεμένες με τρίγωνο και τα άλλα τρία με κυματιστές γραμμές. Όταν ήταν η δική τους σειρά, έπρεπε να μετακινήσεις τα φίδια και τις αλεπούδες προς τα δικά σου πιόνια ακολουθώντας τη συντομότερη διαδρομή, κι αν έπεφταν στο σημείο που βρισκόσουν... Ένα φίδι άγγιξε τον Όλβερ, μια αλεπού τον Ματ, κι ο Ματ είδε ότι αν έπαιζαν και τα υπόλοιπα διακριτικά, θα τον είχαν φτάσει ακόμα δύο φίδια.

Δεν ήταν παρά ένα παιδικό παιχνίδι, κι όσο ακολουθούσες τους κανόνες, δεν μπορούσες να νικήσεις. Σε λίγο ο Όλβερ θα ήταν αρκετά μεγάλος για να το καταλάβει αυτό, κι, όπως τα άλλα παιδιά, θα σταματούσε να παίζει. Δεν ήταν παρά ένα παιδικό παιχνίδι, αλλά του Ματ δεν του άρεσε που τον είχε πιάσει η αλεπού, και πολύ λιγότερο τα φίδια. Του ξανάφερναν αναμνήσεις, έστω κι αν το παιχνίδι δεν σχετιζόταν με αυτές.