«Ε, λοιπόν», μουρμούρισε ο Όλβερ, «παραλίγο θα νικούσαμε. Άλλη μια παρτίδα, Ματ;» Χωρίς να περιμένει απάντηση, έκανε το σημάδι που ξεκινούσε το παιχνίδι, ένα τρίγωνο και μια κυματιστή γραμμή που το διαπερνούσε, κι ύστερα απήγγειλε τα λόγια. «“Κουράγιο για να δυναμώσεις, φωτιά για να τυφλώσεις, μουσική για να ζαλίσεις, σίδερο για να δεσμεύσεις”. Ματ, γιατί το λέμε αυτό; Δεν υπάρχει ούτε φωτιά, ούτε μουσική, ούτε σίδερο».
«Δεν ξέρω». Η φράση γαργάλησε κάτι στο βάθος του μυαλού του, αλλά δεν κατάφερε να το φέρει στο φως. Οι αρχαίες αναμνήσεις από το τερ’ανγκριάλ έμοιαζαν να είχαν επιλεγεί τυχαία —μάλλον αυτό είχε γίνει— κι υπήρχαν κενά στις δικές του αναμνήσεις, τόσα θαμπά σημεία. Το αγόρι πάντα του έκανε ερωτήσεις στις οποίες ο Ματ δεν ήξερε τις απαντήσεις, ερωτήσεις που συνήθως άρχιζαν με ένα «γιατί».
Ο Ντήριντ μπήκε στη σκηνή από τη νύχτα έξω και τινάχτηκε έκπληκτος. Το πρόσωπό του γυάλιζε από τον ιδρώτα, αλλά ακόμα φορούσε το σακάκι του, αν και κρεμόταν ξεκούμπωτο. Η πιο πρόσφατη ουλή του ακόμα σχημάτιζε ένα ροδαλό αυλάκι πάνω στις λευκές γραμμές που διασταυρώνονταν στο πρόσωπό του.
«Νομίζω πως είναι ώρα να πέσεις για ύπνο, Όλβερ», είπε ο Ματ, και σηκώθηκε με κάποιο κόπο. Οι πληγές του πονούσαν λίγο, αλλά λίγο μόνο· η επούλωσή τους προχωρούσε μια χαρά. «Μάζεψε τον άβακα». Πλησίασε τον Ντήριντ και χαμήλωσε τη φωνή του για να ψιθυρίσει. «Αν βγάλεις άχνα γι’ αυτό, θα σου κόψω το λαρύγγι».
«Γιατί;» ρώτησε ξερά ο Ντήριντ. «Σιγά-σιγά γίνεσαι ένας υπέροχος πατέρας. Ο μικρός αρχίζει να δείχνει αξιοσημείωτη ομοιότητα με σένα». Φάνηκε να παλεύει για να μη χαμογελάσει, αλλά μια στιγμή μετά η έκφραση χάθηκε. «Ο Άρχοντας Δράκοντας έρχεται στο στρατόπεδο», είπε με θανάσιμη σοβαρότητα.
Η σκέψη του να χτυπήσει τον Ντήριντ στη μύτη χάθηκε. Ο Ματ παραμέρισε την πόρτα της σκηνής και βγήκε στη νύχτα φορώντας μόνο το πουκάμισο του. Οι έξι άνδρες του Ντήριντ, που είχαν σχηματίσει κύκλο γύρω από τη σκηνή, πάγωσαν όταν εμφανίστηκε. Ήταν βαλλιστροφόροι· τα μακριά δόρατα φυσικά δεν ταίριαζαν στους φρουρούς. Η δυνατή λάμψη του σχεδόν ολόγιομου φεγγαριού στον ανέφελο ουρανό πνιγόταν μέσα στο φως των πυρών που ήταν αναμμένες ανάμεσα στις σειρές των σκηνών και τους άνδρες που κοιμούνταν στο χώμα. Υπήρχαν σκοποί ανά είκοσι βήματα ως το μακρύ πασσαλόπηγμα. Ο Ματ δεν θα το προτιμούσε έτσι, όμως αν δέχονταν επίθεση από το πουθενά...
Η περιοχή εδώ ήταν αρκετά επίπεδη κι έτσι έβλεπε ανεμπόδιστα τον Ραντ, ο οποίος τον πλησίαζε με μεγάλες δρασκελιές. Δεν ήταν μόνος. Δύο πεπλοφορεμένοι Αελίτες προχωρούσαν στις μύτες των ποδιών, γυρνώντας το κεφάλι κάθε φορά που κάποιος άνδρας της Ομάδας στριφογυρνούσε στον ύπνο του ή που κάποιος σκοπός άλλαζε θέση για να τους παρακολουθεί. Επίσης, μαζί του ήταν εκείνη η Αελίτισσα, η Αβιέντα, μ’ ένα μπογαλάκι στην πλάτη, προχωρώντας με προσεκτικά βήματα, σαν να ήταν έτοιμη να χιμήξει στο λαρύγγι όποιου έμπαινε στο δρόμο της. Ο Ματ δεν καταλάβαινε γιατί ο Ραντ την κρατούσε κοντά του. Οι Αελίτισσες είναι μπελάς, σκέφτηκε απαισιόδοξα, και δεν έχω ξαναδεί γυναίκα τόσο έτοιμη να σε μπλέξει σε μπελάδες όσο αυτή.
«Είναι στ’ αλήθεια αυτός ο Αναγεννημένος Δράκοντας;» ρώτησε ο Όλβερ με κομμένη την ανάσα. Έσφιγγε τον διπλωμένο άβακα με τα πιόνια στο στήθος του και μόνο που δεν χοροπηδούσε.
«Αυτός είναι», του είπε ο Ματ. «Τράβα να ξαπλώσεις τώρα. Εδώ δεν είναι μέρος για παιδιά».
Ο Όλβερ έφυγε, μουρμουρίζοντας παραπονεμένα, αλλά έφτασε μόνο ως την επόμενη σκηνή. Με την άκρη του ματιού, ο Ματ είδε το αγόρι να κρύβεται από πίσω· το πρόσωπό του ξαναφάνηκε καθώς κρυφοκοίταζε από τη γωνία.
Ο Ματ τον άφησε στην ησυχία του, αν κι όταν έριξε μια καλή ματιά στο πρόσωπο του Ραντ, αναρωτήθηκε αν εδώ ήταν μέρος για μεγάλους, πόσο μάλλον για ένα αγοράκι. Το πρόσωπο ήταν τόσο σκληρό που θα μπορούσε να γκρεμίσει και τοίχο, αλλά κάποιο συναίσθημα πάλευε να αναδυθεί, έξαψη ή ίσως ανυπομονησία· τα μάτια του Ραντ έλαμπαν με ένα πυρετώδες φως. Στο ένα χέρι κρατούσε μια μεγάλη τυλιγμένη περγαμηνή, ενώ με το άλλο έτριβε ασυναίσθητα τη λαβή του σπαθιού του. Η πόρπη με τον Δράκοντα λαμπύριζε στο φως των φωτιών· πού και πού λαμπύριζε με ίδιο τρόπο και το κεφάλι ενός από τους Δράκοντες που ξεπρόβαλλαν από τα μανίκια του σακακιού του.
Όταν έφτασε τον Ματ, δεν χαλάλισε ώρα για χαιρετισμούς. «Θέλω να σου μιλήσω. Κατ’ ιδίαν. Θέλω να κάνεις κάτι». Η νύχτα ήταν ένας μαύρος φούρνος κι ο Ραντ φορούσε πράσινο χρυσοκέντητο σακάκι με ψηλό κολάρο, μα δεν ίδρωνε ούτε στάλα.