Выбрать главу

Ο Ντήριντ, ο Ταλμέηνς κι ο Ναλέσεν στέκονταν λίγα βήματα παραπέρα, φορώντας όποια ρούχα είχε προλάβει να βάλει ο καθένας, παρακολουθώντας τους. Ο Ματ τους έκανε νόημα να περιμένουν και μετά ένευσε προς τη σκηνή του. Ακολουθώντας μέσα τον Ραντ, άγγιξε πάνω από το πουκάμισο του την ασημένια αλεπουδοκεφαλή. Δεν είχε να φοβάται τίποτα. Τουλάχιστον, έτσι έλπιζε.

Ο Ραντ είχε πει ότι ήθελε να τον δει μόνο, όμως προφανώς η Αβιέντα δεν πίστευε ότι αυτό αφορούσε και σ’ εκείνη. Έμενε δύο βήματα πίσω από τον Ραντ, ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο· κυρίως παρακολουθούσε τον Ραντ με δυσερμήνευτη έκφραση, αλλά αραιά και πού έριχνε καμιά ματιά στον Ματ, σμίγοντας τα φρύδια και κοιτώντας τον από πάνω ως κάτω. Ο Ραντ δεν της έδινε σημασία και τώρα δεν υπήρχε το παραμικρό απομεινάρι από τη βιασύνη που έδειχνε πριν. Κοίταξε ολόγυρα τη σκηνή, αν κι ο Ματ αναρωτήθηκε αν την έβλεπε στ’ αλήθεια. Δεν διέθετε πολλά για να δει κανείς. Ο Όλβερ είχε ξαναβάλει τις λάμπες στο μικρό τραπεζάκι που δίπλωνε. Δίπλωνε κι η καρέκλα, όπως επίσης το κρεβάτι και το έπιπλο για το λαβομάνο. Όλα ήταν επενδυμένα με μαύρη λάκα και στολισμένα με επίχρυσες γραμμές· αφού υπήρχαν τα λεφτά, τα χρησιμοποιούσε. Οι χαρακιές που είχαν ανοίξει οι Αελίτες στον τοίχο της σκηνής είχαν μπαλωθεί με προσοχή, μα και πάλι φαίνονταν.

Η σιωπή βάρυνε τον Ματ. «Τι έγινε, Ραντ; Ελπίζω να μην αποφάσισες να αλλάξεις το σχέδιο σε τόσο προχωρημένο στάδιο». Καμία απάντηση, μόνο μια ματιά, σαν ο Ραντ να είχε θυμηθεί μόλις τώρα πως ήταν κι αυτός εκεί. Ο Ματ ένιωσε νευρικότητα. Όποιου είδους γνώμη κι αν είχαν ο Ντήριντ κι οι υπόλοιποι της Ομάδας, ο Ματ προσπαθούσε σκληρά να αποφεύγει τις μάχες. Μερικές φορές, όμως, το γεγονός πως ήταν τα’βίρεν στρεφόταν εναντίον του· ο ίδιος έτσι το αντιμετώπιζε. Πίστευε πως ο Ραντ είχε κάποια σχέση μ’ αυτό· ήταν πιο ισχυρός τα’βίρεν, τόσο ισχυρός που μερικές φορές ο Ματ σχεδόν ένιωθε κάτι να τον τραβάει. Αν ανακατευόταν στη μέση ο Ραντ, ο Ματ δεν θα ξαφνιαζόταν αν βρισκόταν ξαφνικά μέσα στη μάχη, έστω κι αν λίγο πιο πριν κοιμόταν σ’ ένα στάβλο. «Λίγες ακόμα μέρες και θα βρίσκομαι στο Δάκρυ. Η Ομάδα θα περάσει με βάρκες τον ποταμό κι ύστεα από μερικές μέρες θα συναντήσουμε τον Γουίραμον. Είναι πολύ αργά για να μπλέξουμε τα—»

«Θέλω να πας την Ηλαίην στο... στο Κάεμλυν», τον διέκοψε ο Ραντ. «Θέλω να την μεταφέρεις σώα κι ασφαλή στο Κάεμλυν, ό,τι κι αν συμβεί. Μην φύγεις από το πλευρό της αν δεν ανέβει στο Θρόνο του Λιονταριού». Η Αβιέντα ξερόβηξε. «Ναι», είπε ο Ραντ. Για κάποιο λόγο, η φωνή του έγινε παγωμένη και σκληρή όσο το πρόσωπό του. Άραγε, όμως, χρειαζόταν λόγο γι’ αυτό ή απλώς τον καταλάμβανε η τρέλα; «Η Αβιέντα θα έρθει μαζί σου. Νομίζω ότι αυτό είναι το καλύτερο».

«Εσύ νομίζεις ότι είναι το καλύτερο;» διαμαρτυρήθηκε εκείνη. «Αν δεν είχα ξυπνήσει όταν ξύπνησα, δεν θα ήξερα καν ότι τη βρήκες. Δεν με στέλνεις εσύ πουθενά, Ραντ αλ’Θόρ. Εγώ πρέπει να μιλήσω με την Ηλαίην για... για δικούς μου λόγους».

«Πολύ χαίρομαι που βρήκες την Ηλαίην», είπε ο Ματ προσέχοντας τα λόγια του. Στη θέση του Ραντ, θα την άφηνε εκεί που ήταν. Μα το Φως, η Αβιέντα θα ήταν καλύτερη! Τουλάχιστον, οι Αελίτισσες δεν τριγυρνούσαν με τη μύτη ως εκεί πάνω, ούτε και περίμεναν να τις υπακούς τυφλά. Φυσικά, μερικά παιχνίδια τους ήταν κάπως σκληρά, κι είχαν τη συνήθεια να προσπαθούν πού και πού να σε σκοτώσουν. «Απλώς δεν καταλαβαίνω τι με χρειάζεσαι εμένα. Πήδα από μια πύλη, ρίξε της ένα φιλί, μάζεψέ την και γύρνα πίσω». Η Αβιέντα του έριξε μια οργισμένη ματιά· λες κι είχε συμβουλέψει στον Ραντ να φιλήσει αυτήν.

Ο Ραντ ξετύλιξε τη μεγάλη περγαμηνή στο τραπέζι, βάζοντας τις λάμπες να πατάνε τις άκρες του. «Να πού βρίσκεται». Ήταν ένας χάρτης, ένα τμήμα του ποταμού Έλνταρ, που έδειχνε τα ενδότερα περίπου πενήντα μίλια πέρα από τις όχθες. Υπήρχε ένα βέλος με γαλάζιο μελάνι, που έδειχνε το δάσος. Πλάι στο βέλος ήταν γραμμένη η λέξη «Σαλιντάρ». Ο Ραντ άγγιξε με το δάχτυλο την ανατολική άκρη του χάρτη. Κι εκεί υπήρχε δάσος· το μεγαλύτερο μέρος του χάρτη έδειχνε δάσος. «Εδώ υπάρχει ένα μεγάλο ξέφωτο. Βλέπεις ότι το πλησιέστερο χωριό είναι σχεδόν είκοσι μίλια προς τον Βορρά. Θα ανοίξω πύλη στο ξέφωτο για να περάσετε εσύ κι η Ομάδα».

Ο Ματ κατάφερε να κάνει το μορφασμό του πλατύ χαμόγελο. «Κοίτα, αν είναι να πάω εγώ, γιατί να μην πάω μόνος; Βάλε την πύλη στο Σαλιντάρ, θα ανεβάσω την Ηλαίην στο άλογο και...» Και μετά τι; Άραγε, ο Ραντ θα άνοιγε και πύλη από το Σαλιντάρ στο Κάεμλυν; Ο δρόμος από τον Έλνταρ ως το Κάεμλυν ήταν μακρύς με το άλογο. Πολύ μακρύς, με μόνη παρέα μια ξιπασμένη αριστοκράτισσα και μια Αελίτισσα.

«Η Ομάδα, Ματ», τον αποπήρε ο Ραντ. «Εσύ κι ολόκληρη η Ομάδα!» Πήρε μια βαθιά, τρεμουλιαστή ανάσα, κι ο τόνος του έγινε πιο πράος. Το πρόσωπό του όμως δεν έχασε τη σκληράδα του, και τα μάτια του ακόμα γυάλιζαν. Ο Ματ σκέφτηκε ότι μπορεί να ήταν άρρωστος, να πονούσε. «Στο Σαλιντάρ υπάρχουν Άες Σεντάι, Ματ. Δεν ξέρω πόσες· άκουσα πως είναι εκατοντάδες, αλλά δεν θα ξαφνιαστώ αν είναι καμιά πενηνταριά. Μ’ αυτά που λένε και ξαναλένε για τον Πύργο, έναν ενωμένο κι αγνό Πύργο, αμφιβάλλω αν θα δεις περισσότερες. Σκοπεύω να σε αφήσω σε ένα σημείο απόστασης δύο-τριών ημερών, για να μάθουν ότι έρχεσαι. Δεν υπάρχει λόγος να τις ξαφνιάσεις — ίσως νομίσουν πως πρόκειται για επίθεση Λευκομανδιτών. Έχουν εξεγερθεί κατά της Ελάιντα και μάλλον είναι τόσο τρομαγμένες, ώστε θα χρειαστεί απλώς να τις ζορίσεις και να πεις ότι η Ηλαίην πρέπει να στεφθεί στο Κάεμλυν, κι αυτό θα αρκέσει για να την αφήσουν να φύγει. Αν νομίζεις ότι μπορείς να τις εμπιστευθείς, πρόσφερε τους την προστασία σου. Και τη δική μου· υποτίθεται πως είναι στο πλευρό μου, κι ίσως τώρα πια να νιώσουν χαρά που προσφέρω την προστασία μου. Ύστερα θα συνοδεύσεις την Ηλαίην —κι όσες Άες Σεντάι θελήσουν να έρθουν— μέσα από την Αλτάρα και το Μουράντυ με πορεία κατευθείαν προς το Κάεμλυν. Δείξε τα λάβαρά μου, ανακοίνωσε τι κάνεις, και δεν νομίζω ότι οι Αλταρανοί κι οι Μουραντιανοί θα σου σταθούν εμπόδιο, αρκεί να προχωράς συνεχώς. Αν καθ’ οδόν βρεις τίποτα Δρακορκισμένους, μάζεψέ τους κι αυτούς. Οι περισσότεροι θα γίνουν ληστές κι επιδρομείς αν δεν τους σφίξω το λουρί —έχω ήδη ακούσει μια-δυο φήμες— αλλά εσύ θα τους προσελκύσεις, υψώνοντας τα λάβαρά μου». Το ξαφνικό χαμόγελο του έδειξε τα δόντια του αλλά δεν άγγιξε τα καυτά μάτια του. «Με μια σφεντονιά, πολλά πουλιά, ε, Ματ; Θα διασχίσεις την Αλτάρα και το Μουράντυ με έξι χιλιάδες άνδρες και θα τραβήξεις τους Δρακορκισμένους στο κατώφλι σου, κι έτσι ίσως φέρεις με το μέρος μου και τις δύο χώρες».