Выбрать главу

«Και κάτι ακόμα», συνέχισε ο Ραντ. «Ίσως η Εγκουέν φτάσει στο Σαλιντάρ πριν από σένα. Νομίζω ότι με κάποιον τρόπο βρήκαν ότι κάνει την Άες Σεντάι. Βάλε τα δυνατά σου για να τη βοηθήσεις. Πες της ότι θα την επιστρέψω στις Σοφές το συντομότερο που θα μπορέσω. Μάλλον θα είναι πανέτοιμη να έρθει μαζί σου. Ίσως κι όχι, όμως· ξέρεις τι πείσμα την πιάνει καμιά φορά. Το βασικό είναι η Ηλαίην. Μην ξεχνάς, δεν φεύγεις στιγμή από το πλευρό της πριν φτάσει στο Κάεμλυν».

«Το υπόσχομαι», μουρμούρισε ο Ματ. Πώς στο Φως μπορούσε η Εγκουέν να είναι κάπου στον Έλνταρ; Ήταν σίγουρος πως η κοπέλα ήταν στην Καιρχίν όταν ο ίδιος είχε φύγει από το Μάερον. Εκτός αν είχε μάθει το κόλπο του Ματ με τις πύλες. Στην οποία περίπτωση, θα μπορούσε να επιστρέψει πίσω όποτε ήθελε. Ή να πηδήξει στο Κάεμλυν και να ανοίξει μια πύλη για τον Ματ και την Ομάδα. «Επίσης μην ανησυχείς για την Εγκουέν. Θα την ξεμπλέξω απ’ όπου κι αν έχει μπλέξει, όσο πείσμα κι αν δείξει». Δεν θα ήταν η πρώτη φορά που θα έβγαζε τα κάστανα από τη φωτιά για την Εγκουέν. Και το πιθανότερο ήταν πως ούτε κι αυτή τη φορά δεν θα άκουγε ένα ευχαριστώ. Η Μποντ θα γινόταν Άες Σεντάι; Μα το αίμα και τις στάχτες!

«Ωραία», είπε ο Ραντ. «Ωραία». Αλλά κοίταζε προσηλωμένος το χάρτη. Τράβηξε το βλέμμα, και για μια στιγμή φάνηκε στον Ματ πως θα έλεγε κάτι στην Αβιέντα. Αντίθετα, όμως, ο Ραντ στράφηκε απότομα μακριά της. «Ο Θομ Μέριλιν πρέπει να είναι μαζί με την Ηλαίην». Ο Ραντ έβγαλε ένα γράμμα από την τσέπη του, διπλωμένο και σφραγισμένο με βουλοκέρι. «Κοίτα να το πάρει». Έβαλε το γράμμα στα χέρια του Ματ και βγήκε βιαστικά από τη σκηνή.

Η Αβιέντα έκανε ένα βήμα στο κατόπι του, σχεδόν υψώνοντας το χέρι, με τα χείλη μισάνοιχτα για να μιλήσει. Εξίσου ξαφνικά, το στόμα της έκλεισε απότομα, έθαψε τα χέρια στα φουστάνια της και σφιχτόκλεισε τα μάτια. Από κει φυσούσε τώρα ο άνεμος, ε; Κι επίσης, η Αβιέντα θέλει να μιλήσει στην Ηλαίην. Πώς κατάφερνε ο Ραντ να μπλέκει έτσι; Ο Ραντ ήταν εκείνος που ήξερε πώς να αντιμετωπίζει τις γυναίκες, ο Ραντ κι ο Πέριν.

Πάντως, δεν ήταν κάτι που τον αφορούσε. Στριφογύρισε το γράμμα στα χέρια του. Το όνομα του Θομ ήταν γραμμένο με γυναικείο γραφικό χαρακτήρα· η σφραγίδα του ήταν άγνωστη, ένα πλατύ δένδρο με κορώνα στην κορυφή. Ποια αριστοκράτισσα, άραγε, θα έγραφε σε έναν μαραμένο γέρο σαν τον Θομ; Ούτε κι αυτό τον αφορούσε. Πέταξε το γράμμα στο τραπέζι και πήρε την πίπα και την ταμπακοσακούλα του. «Όλβερ», είπε, γεμίζοντας την πίπα με ταμπάκ, «ζήτα από τον Ταλμέηνς, τον Ναλέσεν και τον Ντήριντ να έρθουν να με δουν».

Ακούστηκε ένα σκούξιμο έξω από την πόρτα της σκηνής και μετά μια φωνή, «Μάλιστα, Ματ», κι ο ήχος από πόδια σε νευρικό τρεχαλητό.

Η Αβιέντα τον κοίταξε, σταυρώνοντας τα χέρια με μια έκφραση αποφασιστικότητας.

Αυτός την πρόλαβε. «Όσο ταξιδεύεις με την Ομάδα, θα είσαι υπό τις διαταγές μου. Δεν θέλω φασαρίες, και περιμένω από σένα να το τηρήσεις αυτό». Αν η Αβιέντα έβγαζε άχνα, θα την παρέδιδε στην Ηλαίην δεμένη μέσα σ’ ένα σακίδιο της σέλας, ακόμα και χρειάζονταν δέκα άνδρες για να τη βάλουν μέσα.

«Ξέρω να ακολουθώ, αρχηγέ μάχης». Έδωσε έμφαση ξεφυσώντας δυνατά. «Αλλά πρέπει να ξέρεις ότι δεν είναι όλες οι γυναίκες μαλθακές σαν τους υδρόβιους. Αν επιμένεις να ανεβάσεις μια γυναίκα σε ένα άλογο χωρίς να το θέλει, τότε μπορεί να σου χώσει κανένα μαχαίρι στο πλευρό».

Του Ματ παραλίγο θα του έπεφτε η πίπα από τα χέρια. Ήξερε ότι οι Άες Σεντάι δεν διάβαζαν μυαλά —αν μπορούσαν να το κάνουν, τότε το τομάρι του θα κρεμόταν εδώ και πολύ καιρό σε κάποιον τοίχο του Λευκού Πύργου— αλλά ίσως οι Αελίτισσες Σοφές... Και βέβαια όχι. Είναι τα κολπάκια που ξέρουν οι γυναίκες. Αν έβαζε το μυαλό του να σκεφτεί, θα καταλάβαινε πώς το είχε κάνει αυτό η Αβιέντα. Απλώς δεν ήθελε να το σκεφτεί.

Ξερόβηξε, έχωσε στο στόμα την πίπα που δεν ήταν αναμμένη κι έσκυψε να μελετήσει το χάρτη. Η Ομάδα πιθανότατα θα διήνυε την απόσταση από το ξέφωτο ως το Σαλιντάρ σε μια μέρα αν έβαζαν τα δυνατά τους, ακόμα και σ’ εκείνη τη δασώδη περιοχή, αλλά εκείνος σκόπευε να την ολοκληρώσει σε δύο μέρες, το περισσότερο σε τρεις. Θα προειδοποιούσε επαρκώς τις Άες Σεντάι· δεν ήθελε να τις φοβίσει ακόμα περισσότερο. Μια φοβισμένη Άες Σεντάι, αυτό ήταν σχεδόν οξύμωρο σχήμα. Ακόμα και φορώντας το μενταγιόν, δεν βιαζόταν να μάθει τι μπορεί να έκανε μια φοβισμένη Άες Σεντάι.

Ένιωσε το βλέμμα της Αβιέντα στο σβέρκο του, άκουσε ένα ξύσιμο. Έχοντας καθίσει σταυροπόδι με την πλάτη στον τοίχο της σκηνής, κουνούσε το μαχαίρι της μπρος-πίσω σε μια ακονόπετρα και τον παρακολουθούσε.

Όταν ο Ναλέσεν μπήκε μαζί με τον Ντήριντ και τον Ταλμέηνς, τους υποδέχθηκε λέγοντας, «Θα πάμε να γαργαλήσουμε μερικές Άες Σεντάι στο πηγούνι, να σώσουμε ένα μουλάρι και να βάλουμε μια ψηλομύτα νεαρούλα στο Θρόνο του Λιονταριού. Α, ναι. Αυτή είναι η Αβιέντα. Μη τη στραβοκοιτάξετε, γιατί θα προσπαθήσει να σας κόψει το λαιμό κι ίσως κόψει το δικό της κατά λάθος». Η γυναίκα γέλασε σαν να είχε πει το πιο αστείο πράγμα στον κόσμο. Δεν έπαψε, όμως, να ακονίζει το μαχαίρι της.