Στην αρχή, η Εγκουέν δεν κατάλαβε γιατί ο πόνος είχε σταματήσει να δυναμώνει. Ύστερα στηρίχτηκε στα χαλιά της σκηνής της και σηκώθηκε όρθια, με τόσο δυνατούς λυγμούς ώστε έτρεμε σύγκορμη. Πάνω απ’ όλα ήθελε να φυσήξει τη μύτη της. Δεν ήξερε πόση ώρα έκλαιγε τόσο δυνατά· ήξερε μόνο ότι ένιωθε μια φωτιά από το πάνω μέρος των γοφών της ως το πίσω μέρος των γονάτων της. Το να σταθεί ασάλευτη ήταν ένα πρόβλημα που σχεδόν δεν μπορούσε να λύσει. Το μισοφόρι, που στην αρχή θεωρούσε ότι θα πρόσφερε κάποια ελάχιστη προστασία, το είχε βγάλει εδώ και ώρα. Δάκρυα κυλούσαν στο πρόσωπό της, και στεκόταν εκεί κι έκλαιγε με λυγμούς.
Η Σορίλεα, η Άμυς κι η Μπάιρ την κοίταζαν ατάραχα και δεν ήταν οι μόνες, αν κι οι άλλες κάθονταν σε μαξιλαράκια ή τανύζονταν, μιλούσαν κι απολάμβαναν το τσάι που σερβίριζε μια λεπτή γκαϊ’σάιν. Δόξα στο Φως που ήταν γυναίκα. Όλες ήταν γυναίκες, οι Σοφές κι οι μαθητευόμενες, οι γυναίκες στις οποίες η Εγκουέν είχε πει πως ήταν Άες Σεντάι. Όταν απλώς το άφηνε να εννοηθεί, δεν μετρούσε, και γι’ αυτό ήταν ευγνώμων· δεν θα είχε επιζήσει τότε! Μετρούσε το ψέμα που είχε λεχθεί, το οποίο είχε ξεστομίσει, αλλά είχαν υπάρξει κι εκπλήξεις. Η Κοσαίν, μια λυγερή κιτρονόξανθη της σέπτας της Κορυφογραμμής του Μιαγκόμα Άελ, είχε πει μουτρωμένα ότι η Εγκουέν δεν είχε τοχ απέναντι της, αλλά θα παρέμενε για το τσάι, και το ίδιο είχε κάνει η Εσταίρ. Η Ήρον, αντιθέτως, είχε μια έκφραση σαν να ήθελε να κάνει την Εγκουέν δύο κομμάτια, κι η Σουράντα...
Η Εγκουέν ανοιγόκλεισε τα μάτια για να διαλύσει το πέπλο των δακρύων κι έριξε μια ματιά στη Σουράντα. Καθόταν μαζί με τρεις Σοφές, κουβεντιάζοντας του καλού καιρού, και καμιά φορά έριχνε ματιές στην Εγκουέν. Η Σουράντα δεν είχε δείξει το παραμικρό έλεος. Όχι ότι με τις άλλες ήταν εύκολο. Η ζώνη που είχε βρει σε ένα σεντούκι της η Εγκουέν ήταν λεπτή κι ανθεκτική αλλά διπλή από την παλάμη της, κι αυτές οι γυναίκες είχαν δυνατά μπράτσα. Αν υπολόγιζες πεντ’ έξι χτυπήματα από την καθεμιά, το σύνολο ήταν αρκετά μεγάλο.
Η Εγκουέν ποτέ στη ζωή της δεν είχε νιώσει τόση ντροπή. Όχι επειδή ήταν ολόγυμνη και το πρόσωπό της ήταν κατακόκκινο κι έκλαιγε σαν μωρό —εντάξει, για το κλάμα ένιωθε κάποια ντροπή— κι ούτε επειδή την έβλεπαν όλες να δέχεται τα χτυπήματα και να έρχονται για να πάρουν τη σειρά τους. Αυτό που τη ντρόπιαζε ήταν ότι το είχε δεχθεί τόσο άσχημα. Ακόμα κι ένα Αελιτόπουλο θα το δεχόταν πιο στωικά. Εντάξει, ένα παιδί δεν θα χρειαζόταν να το αντιμετωπίσει, αλλά το δίδαγμα ήταν η απλή αλήθεια.
«Τελείωσε;» Ήταν πραγματικά δική της αυτή η χοντρή, τρεμάμενη φωνή; Πόσο θα γελούσαν αυτές οι γυναίκες αν ήξεραν ότι είχε επιστρατεύσει όλο το κουράγιο της.
«Μόνο εσύ ξέρεις πόσο αξίζει η τιμή σου», είπε ανέκφραστα η Άμυς. Κρατούσε τη ζώνη στο πλάι της, με την πλατιά αγκράφα για λαβή. Το μουρμουρητό των συζητήσεων είχε σταματήσει.
Η Εγκουέν πήρε μια βαθιά, τρεμάμενη ανάσα ανάμεσα από τα αναφιλητά της. Αρκούσε να πει ότι είχε τελειώσει, και θα τελείωνε. Θα μπορούσε να έλεγε φτάνει μετά το πρώτο χτύπημα από κάθε γυναίκα. Θα μπορούσε...
Μορφάζοντας, γονάτισε κι απλώθηκε στα χαλιά. Τα χέρια της χώθηκαν κάτω από τα φουστάνια της Μπάιρ για να σφίξουν πάνω από τις μαλακές μπότες τους κοκαλιάρικους αστραγάλους της. Αυτή τη φορά θα κρατούσε το κουράγιο της. Αυτή τη φορά δεν θα κραύγαζε. Αυτή τη φορά δεν θα κλωτσούσε, δεν θα σφάδαζε, δεν θα... Η ζώνη ακόμα δεν την είχε χτυπήσει. Σήκωσε το κεφάλι, βλεφάρισε για να καθαρίσει τα μάτια της, αγριοκοίταξε τις άλλες. «Τι περιμένετε;» Η φωνή της ακόμα έτρεμε, αλλά τώρα υπήρχε και μια νότα θυμού. Λες και δεν έφταναν τα άλλα, τώρα την ανάγκαζαν να περιμένει; «Έχω ταξίδι απόψε, σε περίπτωση που το ξεχάσατε. Άντε, να τελειώνουμε».
Η Άμυς έριξε κάτω τη ζώνη, πλάι στο κεφάλι της Εγκουέν. «Αυτή η γυναίκα δεν έχει τοχ σε μένα».
«Αυτή η γυναίκα δεν έχει τοχ σε μένα». Ήταν η ψιλή φωνούλα της Μπάιρ.
«Αυτή η γυναίκα δεν έχει τοχ σε μένα», είπε με σθένος η Σορίλεα. Σκύβοντας, παραμέρισε τα ιδρωμένα μαλλιά από το πρόσωπο της Εγκουέν. «Ήξερα ότι στην καρδιά είσαι Αελίτισσα. Όμως μην πολυκαμαρώνεις τώρα, κοπέλα μου. Ξεπλήρωσες το τοχ σου. Σήκω πριν πιστέψουμε ότι κομπάζεις».
Τη βοήθησαν να σηκωθεί, την αγκάλιασαν και της σφούγγισαν τα δάκρυα και της κράτησαν το μαντίλι για να φυσήξει επιτέλους τη μύτη της. Οι άλλες γυναίκες μαζεύτηκαν ολόγυρα, λέγοντας η καθεμιά πως αυτή η γυναίκα δεν τους χρωστούσε τοχ, πριν την αγκαλιάσουν και της χαμογελάσουν κι αυτές. Το πιο δυνατό σοκ ήταν τα χαμόγελα· η Σορίλεα έλαμπε όσο ποτέ. Μα φυσικά. Από τη στιγμή που το ξεπλήρωνες, τοχ δεν υπήρχε· ο λόγος που το είχε προκαλέσει ήταν σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ. Ένα μέρος της Εγκουέν, που δεν ήταν βυθισμένο στο τζι’ε’τόχ, σκεφτόταν πως ίσως να είχε βοηθήσει κι αυτό που είχε πει στο τέλος, όπως και το ότι είχε ξαναγονατίσει. Ίσως να μην το είχε αντιμετωπίσει με την αδιαφορία που θα έδειχνε ένας Αελίτης από την αρχή, αλλά τελικά η Σορίλεα είχε δίκιο. Ήταν Αελίτισσα στην καρδιά. Της φάνηκε ότι ένα κομμάτι της καρδιάς της πάντα θα ανήκε στο Άελ.