Выбрать главу

Οι Σοφές κι οι μαθητευόμενες έφυγαν αργά. Κανονικά θα έπρεπε να μείνουν όλη τη νύχτα ή και περισσότερο, γελώντας και μιλώντας με την Εγκουέν, αλλά αυτό ήταν απλώς έθιμο, όχι τζι’ε’τόχ, κι η Εγκουέν με τη βοήθεια της Σορίλεα κατάφερε να τις πείσει πως δεν είχε χρόνο. Στο τέλος έμειναν μόνο η ίδια, η Σορίλεα κι οι δύο Ονειροβάτισσες. Τα αγκαλιάσματα και τα χαμόγελα έκαναν τα δάκρυα να στεγνώσουν και να μείνουν μόνο κάτι στάλες, και παρ’ όλο που τα χείλη της έτρεμαν όσο κι αν προσπαθούσε να τα σταματήσει, τουλάχιστον μπορούσε να χαμογελάσει. Η αλήθεια ήταν πως ήθελε να κλάψει πάλι, αν και για άλλο λόγο. Εν μέρει για άλλο λόγο· ένιωθε πραγματικά να καίγεται.

«Θα μου λείψετε πολύ».

«Σαχλαμάρες». Η Σορίλεα ξεφύσηξε για να υπογραμμίσει τα λόγια της. «Αν σταθείς λιγάκι τυχερή, θα σου πουν ότι τώρα πια δεν πρόκειται να γίνεις ποτέ Άες Σεντάι. Τότε θα μπορέσεις να επιστρέψεις σε μας. Θα γίνεις μαθητευόμενή μου. Σε τρία-τέσσερα χρόνια θα έχεις δικό σου οχυρό. Ξέρω ακόμα και ποιον πρέπει να πάρεις σύζυγο. Τον Τάρικ, τον μικρότερο εγγονό της εγγονής μου της Αμάρυν. Κάποια μέρα θα γίνει αρχηγός φατρίας, νομίζω, κι έτσι πρέπει να έχεις το νου σου να βρεις μια αδελφοσύζυγο για να γίνει στεγοκυρά του».

«Σ’ ευχαριστώ». Η Εγκουέν γέλασε. Της φαινόταν ότι είχε ένα αποκούμπι τώρα, αν την έδιωχνε η Αίθουσα του Σαλιντάρ.

«Η Άμυς κι εγώ θα σε συναντούμε στον Τελ’αράν’ριοντ», είπε η Μπάιρ, «και θα σου λέμε ό,τι ξέρουμε για τις εξελίξεις εδώ και για τον Ραντ αλ’Θόρ. Μπορείς να τραβήξεις το δρόμο σου στον Κόσμο των Ονείρων τώρα, αλλά αν θέλεις, θα συνεχίσω να σε διδάσκω».

«Θέλω». Αν η Αίθουσα της επέτρεπε να πατήσει πόδι στον Τελ’αράν’ριοντ. Αλλά, βέβαια, δεν μπορούσαν να την εμποδίσουν να μπει, ό,τι κι αν έκαναν, δεν μπορούσαν να την εμποδίσουν. «Σας παρακαλώ να προσέχετε τον Ραντ και τις Άες Σεντάι. Δεν ξέρω τι παίζει, αλλά είμαι σίγουρη ότι είναι πιο επικίνδυνο απ’ ό,τι νομίζει».

Η Άμυς, φυσικά, δεν είπε τίποτα παραπάνω για τα μαθήματα. Είχε εκφράσει τη γνώμη της για το σχέδιο δράσης, και το γεγονός ότι είχε ξεπληρώσει το τοχ δεν το αναιρούσε αυτό. Αντιθέτως, είπε, «Ξέρω ότι ο Ρούαρκ θα μετανιώσει που δεν ήταν εδώ απόψε. Πήγαινε βόρεια να δει ο ίδιος τους Σάιντο. Μη φοβάσαι ότι το τοχ που του οφείλεις δεν θα ξεπληρωθεί. Θα σου δώσει την ευκαιρία όταν ξανασυναντηθείτε».

Η Εγκουέν έμεινε με το στόμα ανοιχτό και το έκρυψε φυσώντας τη μύτη της για δέκατη, όπως έμοιαζε, φορά. Είχε ξεχάσει παντελώς τον Ρούαρκ. Φυσικά, τίποτα δεν έλεγε ότι έπρεπε να ξεπληρώσει την οφειλή της σ’ αυτόν με τον ίδιο τρόπο. Μπορεί η καρδιά της να ήταν εν μέρει καρδιά Αελίτισσας, αλλά για μια στιγμή ο νους της έψαξε με αγωνία να βρει κάποιον άλλο τρόπο. Πρέπει να υπήρχε άλλος τρόπος. Και θα είχε αρκετό χρόνο για να τον βρει πριν ξαναδεί τον Ρούαρκ. «Μετά χαράς», είπε ξεψυχισμένα. Ήταν επίσης κι η Μελαίν. Κι η Αβιέντα. Μα το Φως! Νόμιζε πως είχε ξεμπερδέψει. Τα πόδια της ανασάλευαν μόνα τους όσο κι αν έβαζε τα δυνατά της να τα κρατήσει ακίνητα. Πρέπει να υπήρχε άλλος τρόπος.

Η Μπάιρ άνοιξε το στόμα, όμως η Σορίλεα τη διέκοψε. «Πρέπει να την αφήσουμε να ντυθεί. Έχει ταξίδι να κάνει». Ένταση φάνηκε στον λεπτό λαιμό της Μπάιρ και το στόμα της Άμυς στράβωσε. Προφανώς, σε καμία τους δεν άρεσε αυτό που θα δοκίμαζε να κάνει η Εγκουέν.

Ίσως σκόπευαν να μείνουν για να επιχειρήσουν να τη μεταπείσουν, αλλά η Σορίλεα άρχισε να μουρμουρίζει, κι όχι μέσα από τα δόντια της, για κάποιες ανόητες που προσπαθούσαν να εμποδίσουν μια γυναίκα να κάνει αυτό που έπρεπε να κάνει. Οι δυο νεότερες έσιαξαν τα επώμιά τους —η Μπάιρ ήταν τουλάχιστον εβδομήντα ή ογδόντα χρονών, αλλά ήταν νεότερη από τη Σορίλεα—, αποχαιρέτησαν την Εγκουέν με μια αγκαλιά κι έφυγαν μουρμουρίζοντας, «Είθε να βρίσκεις πάντα νερό και σκιά».