Выбрать главу

Η Σορίλεα έμεινε μόνο μια στιγμή ακόμα. «Σκέψου τον Τάρικ. Έπρεπε να του ζητήσω να έρθει στα ατμόλουτρα για να τον δεις. Μέχρι τότε, να θυμάσαι ένα πράγμα: πάντα φοβόμαστε περισσότερο απ’ όσο θέλουμε, αλλά πάντα μπορούμε να δείξουμε μεγαλύτερη γενναιότητα απ’ όσο περιμένουμε. Κράτα την καρδιά σου, κι οι Άες Σεντάι δεν θα βλάψουν τον πραγματικό εαυτό σου, την καρδιά σου. Δεν είναι τόσο ανώτερες από μας όσο πιστεύαμε. Είθε να βρίσκεις πάντα νερό και σκιά, Εγκουέν. Και να θυμάσαι πάντα την καρδιά σου».

Μόνη της, η Εγκουέν απλώς στάθηκε εκεί για λίγη ώρα, ατενίζοντας το τίποτα, βυθισμένη στις σκέψεις της. Η καρδιά της. Ίσως να είχε περισσότερο κουράγιο απ’ όσο πίστευε. Είχε κάνει εδώ ό,τι έπρεπε να κάνει· είχε γίνει Αελίτισσα. Αυτό θα το χρειαζόταν στο Σαλιντάρ. Οι μέθοδοι των Άες Σεντάι διέφεραν σε κάποια θέματα από τις μεθόδους των Σοφών, αλλά δεν θα της έδειχναν έλεος αν ήξεραν ότι αυτοαποκαλείτο Άες Σεντάι. Αν το ήξεραν. Δεν μπορούσε να φανταστεί για ποιο άλλο λόγο την είχαν καλέσει τόσο ψυχρά, όμως οι Αελίτες δεν παραδίνονταν πριν αρχίσει η μάχη.

Τινάχτηκε και συνήλθε. Αφού δεν θα παραδοθώ πριν αρχίσει η μάχη, σκέφτηκε σαρκαστικά, ας πάω να πολεμήσω.

34

Ταξίδι στο Σαλιντάρ

Η Εγκουέν ένιψε το πρόσωπό της. Δυο φορές. Ύστερα βρήκε τα σακίδια της σέλας της και τα γέμισε. Έβαλε μέσα τη φιλντισένια χτένα της, τη βούρτσα και τον καθρέφτη της, και μετά τα σύνεργα ραπτικής της —ένα μικρό στολισμένο επίχρυσο κουτάκι, το οποίο κάποτε πρέπει να έκρυβε τα πετράδια κάποιας αρχόντισσας— κι ένα σαπουνάκι με άρωμα τριαντάφυλλου και καθαρές κάλτσες και μισοφόρια και μαντίλια και πλήθος άλλα πράγματα, ώσπου τα δερμάτινα πλαϊνά πρήστηκαν και σχεδόν δεν μπορούσε να κλείσει τα σακίδια. Είχαν μείνει αρκετά φορέματα και μανδύες κι ένα Αελίτικο επώμιο, με τα οποία έκανε ένα δεματάκι και το έδεσε με ένα κορδόνι. Όταν τελείωσε, κοίταξε τριγύρω μήπως υπήρχε κάτι άλλο που ήθελε να πάρει. Όλα ήταν δικά της. Της είχαν χαρίσει ακόμα και τη σκηνή, αλλά ήταν ογκώδης, όπως επίσης τα χαλιά και τα μαξιλαράκια. Το κρυστάλλινο λαβομάνο της ήταν πανέμορφο και τόσο βαρύ. Το ίδιο και τα σεντούκια, αν κι αρκετά είχαν πανέμορφα δουλεμένα λουριά κι υπέροχα σκαλίσματα.

Μόνο τότε, ενώ σκεφτόταν, αν ήταν δυνατόν, τα σεντούκια, συνειδητοποίησε ότι προσπαθούσε να αναβάλει το πιο δύσκολο σημείο της προετοιμασίας. «Κουράγιο», είπε ξερά. «Καρδιά Αελίτισσας».

Αποδείχθηκε ότι μπορούσε να φορέσει τις κάλτσες χωρίς να καθίσει κάτω, αν δεν την πείραζε λίγο χοροπηδητό. Ύστερα έβαλε γερά παπούτσια, ό,τι έπρεπε για μεγάλη πεζοπορία, κι ένα μεταξωτό μισοφόρι, λευκό κι απαλό. Μετά φόρεσε το σκουροπράσινο φόρεμα ιππασίας, με τη στενή, σχιστή φούστα του. Αυτό δυστυχώς κολλούσε στους γοφούς της, αποτελώντας μια περιττή υπενθύμιση για το ότι για ένα διάστημα δεν θα μπορούσε να καθίσει.

Δεν υπήρχε λόγος να βγει έξω. Η Μπάιρ κι η Άμυς τώρα πρέπει να ήταν στις σκηνές τους, όμως δεν ήθελε να ρισκάρει το ενδεχόμενο να τη δουν να το κάνει. Θα ήταν σαν να τις χαστούκιζε. Αρκεί να πετύχαινε. Αν όχι, τότε είχε μεγάλο δρόμο μπροστά της.

Τρίβοντας νευρικά τα δάχτυλα στις παλάμες της, αγκάλιασε το σαϊντάρ, το άφησε να τη γεμίσει. Και σάλεψε τα πόδια της. Το σαϊντάρ σού πρόσφερε πιο έντονη επίγνωση των πάντων, συμπεριλαμβανομένου και του σώματος σου, κάτι που θα προτιμούσε να μη συνέβαινε εκείνη τη στιγμή. Όταν δοκίμαζες κάτι καινούριο, κάτι που ίσως να μην είχε επιχειρήσει ποτέ ξανά άλλος, έπρεπε να προχωρήσεις αργά και προσεκτικά, όμως για μια φορά η Εγκουέν ήθελε να παρατήσει τη Δύναμη. Διαβίβασε γοργά, ροές Πνεύματος υφασμένες με τον πρέποντα τρόπο.

Ο αέρας τρεμούλιασε στο κέντρο της σκηνής κατά μήκος της ύφανσής της, κουκουλώνοντας την απέναντι πλευρά με μια αχλύ. Αν η Εγκουέν είχε δίκιο, τότε μόλις είχε δημιουργήσει ένα μέρος όπου το εσωτερικό της σκηνής της ήταν τόσο όμοιο με την αντανάκλασή του στον Τελ’αράν’ριοντ, ώστε δεν υπήρχε καμία διαφορά εκεί. Το ένα ήταν το άλλο. Αλλά υπήρχε μόνο ένας τρόπος για να βεβαιωθεί.

Έριξε τα σακίδια της σέλας στον ώμο της, πήρε το δεματάκι παραμάσχαλα και δρασκέλισε την ύφανση, κι ύστερα άφησε το σαϊντάρ.

Ήταν στον Τελ’αράν’ριοντ. Για να το καταλάβει, αρκούσε το γεγονός ότι οι λάμπες, που πριν ήταν αναμμένες, τώρα πια δεν έκαιγαν, όμως υπήρχε κάποιο είδος φωτός. Τα πράγματα μετακινούνταν από τη μια ματιά μέχρι την επόμενη, το λαβομάνο, το σεντούκι. Βρισκόταν στον Τελ’αράν’ριοντ εν σώματι. Δεν ένιωθε διαφορετικά απ’ όταν ερχόταν μέσα στο όνειρο.

Βγήκε έξω. Ένα σχεδόν ολόγιομο φεγγάρι έλουζε με το φως του τις σκηνές όπου δεν έκαιγαν φωτιές και δεν σάλευε κανείς, και μια Καιρχίν που έμοιαζε παράξενα απόμακρη και σαβανωμένη στη σκιά. Το μόνο που έμενε ήταν το πρόβλημα του πώς θα έφτανε στο Σαλιντάρ. Το είχε συλλογιστεί. Πολλά εξαρτώνταν από το αν είχε τόσον έλεγχο στη σάρκα της όσο κι όταν ήταν μέρος του Κόσμου των Ονείρων.