Выбрать главу

Έβαλε σταθερά στο μυαλό της τι θα έβρισκε, έκανε το γύρο της σκηνής — και χαμογέλασε. Εκεί στεκόταν η Μπέλα, η κοντή, δασύτριχη φοράδα με την οποία είχε φύγει από τους Δύο Ποταμούς πριν από μια ολόκληρη ζωή. Ήταν απλώς μια ονειρική Μπέλα, όμως το στιβαρό ζώο τίναξε τη μουσούδα και χρεμέτισε βλέποντάς την.

Η Εγκουέν έριξε κάτω τα πράγματά της κι αγκάλιασε το κεφάλι του αλόγου. «Κι εγώ χαίρομαι που σε ξαναβλέπω», ψιθύρισε. Το σκούρο υγρό μάτι που την κοίταζε ήταν το μάτι της Μπέλα, είτε έμοιαζε με καθρέφτισμα είτε όχι.

Η Μπέλα είχε τη σέλα με την ψηλή ράχη που είχε φανταστεί η Εγκουέν. Συνήθως ήταν βολική για μεγάλα ταξίδια, αλλά δεν ήταν μαλακή. Το κοίταξε θορυβημένη, κι ύστερα μια σκέψη της πέρασε από το νου. Μπορούσες να αλλάξεις τα πάντα στον Τελ’αράν’ριοντ αν ήξερες πώς, ακόμα και τον εαυτό σου. Αφού είχε αρκετό έλεγχο για να κάνει την Μπέλα να εμφανιστεί, ενώ βρισκόταν εκεί εν σώματι... Εστίασε την προσοχή της στον εαυτό της.

Χαμογελώντας, στερέωσε τα σακίδια και το μπογαλάκι της πίσω από τη σέλα, ανέβηκε κι η ίδια και βολεύτηκε για να νιώθει άνετα. «Δεν κλέβω», είπε στη φοράδα. «Δεν θα περίμεναν να κάνω έτσι τόσο δρόμο ως το Σαλιντάρ». Τώρα που το σκεφτόταν όμως, ίσως αυτό ακριβώς να περίμεναν απ’ αυτήν. Εν πάση περιπτώσει, μπορεί να είχε Αελίτικη καρδιά, μα υπήρχαν κι όρια. Έστριψε την Μπέλα και χτύπησε απαλά με τις φτέρνες τα πλευρά της φοράδας. «Πρέπει να πάω όσο πιο γρήγορα γίνεται, γι’ αυτό πρέπει να τρέξεις σαν τον άνεμο».

Πριν προλάβει να χαχανίσει με την εικόνα που της είχε έρθει στο νου, την παχουλή Μπέλα να χιμά σαν άνεμος, η φοράδα έκανε αυτό ακριβώς. Το τοπίο θόλωσε, καθώς περνούσε αστραπιαία από δίπλα τους. Η Εγκουέν για μια στιγμή πιάστηκε από το μπροστάρι της σέλας, με το στόμα της ορθάνοιχτο. Κάθε βήμα της Μπέλα έμοιαζε να τις μεταφέρει μίλια ολόκληρα. Με το πρώτο βήμα, η Εγκουέν είχε μόνο μια στιγμή για να καταλάβει ότι βρίσκονταν στην όχθη του ποταμού κάτω από την πόλη, με πλοία να πλέουν στα σκοτεινά νερά ανάμεσα στις πινελιές του σεληνόφωτος, κι όταν προσπάθησε να τραβήξει τα γκέμια για να εμποδίσει την Μπέλα να βουτήξει στο ποτάμι κατακέφαλα, ένα άλλο βήμα τις πήγε στους λόφους με τις συστάδες των δένδρων.

Η Εγκουέν έγειρε πίσω το κεφάλι και γέλασε. Ήταν υπέροχο! Με εξαίρεση τη θολούρα, δεν υπήρχε πραγματικά η αίσθηση της ταχύτητας· τα μαλλιά της παρασύρθηκαν μόνο για μια φευγαλέα στιγμούλα πίσω από τον αέρα και μετά εκείνη η ορμητική πορεία σταμάτησε, για να επαναληφθεί μια στιγμή μετά. Ο βηματισμός της Μπέλα έδινε την ίδια βαριά αίσθηση των δρασκελισμών που θυμόταν η Εγκουέν, όμως το ξαφνικό άλμα των πάντων γύρω της ήταν ευφορικό· τη μια στιγμή υπήρχε ο δρόμος ενός χωριού, βουβός μέσα στη φεγγαρόλουστη σκοτεινιά του, ύστερα ήταν μια δημοσιά που ελισσόταν ανάμεσα σε λόφους, μετά ένα λιβάδι με σανό που έφτανε σχεδόν τους ώμους της Μπέλα. Η Εγκουέν κοντοστεκόταν αραιά και πού για να προσανατολιστεί —κάτι πανεύκολο με τον θαυμάσιο εκείνο χάρτη στο κεφάλι της, εκείνον που είχε κάνει η γυναίκα με το όνομα της Σιουάν— ενώ το υπόλοιπο διάστημα άφηνε τη Μπέλα να καλπάζει. Χωριά και κωμοπόλεις εμφανίζονταν κι εξαφανίζονταν μέσα στη θολούρα, πόλεις λαμπρές -για μια ήταν σίγουρη πως ήταν το Κάεμλυν, με τείχη ασημόλευκα μέσα στη νυχτιά— και μια φορά, σε δασώδεις λόφους, το κεφάλι κι οι ώμοι ενός πελώριου αγάλματος που ξεπρόβαλλε από τη γη, απομεινάρι κάποιας χώρας χαμένης στην ιστορία, το οποίο εμφανίστηκε τόσο ξαφνικά στο πλάι της Μπέλα με μια φαγωμένη από τον καιρό γκριμάτσα, ώστε η Εγκουέν λίγο έλειψε να τσιρίξει, και μετά χάθηκε πριν η τσιρίδα προλάβει να ακουστεί. Το φεγγάρι δεν κινούταν καθόλου μεταξύ των αλμάτων, κι ελάχιστα καθώς προχωρούσαν. Μια-δυο μέρες για να φτάσει στο Σαλιντάρ; Έτσι είχε πει η Σέριαμ. Οι Σοφές είχαν δίκιο. Τόσον καιρό πίστευαν όλοι πως οι Άες Σεντάι ήξεραν τα πάντα, που το είχαν πιστέψει κι οι Άες Σεντάι. Απόψε θα αποδείκνυε ότι έκαναν λάθος, αλλά πιθανότατα δεν θα αντιλαμβάνονταν ότι το είχε αποδείξει. Αυτές ήξεραν.

Ύστερα από ώρα, όταν ήταν σίγουρη ότι ήταν βαθιά στην Αλτάρα, έβαλε την Μπέλα να κάνει μικρότερα άλματα, της τραβούσε τα γκέμια πιο συχνά, κι ακόμα μερικές φορές κάλπαζε φυσιολογικά, ειδικά όταν υπήρχε κανένα χωριό εκεί κοντά. Μερικές φορές τα πανδοχεία που τα κουκούλωνε η νύχτα είχαν ταμπέλες που έλεγαν ποιο χωριό ήταν, το Μαρέλα ή το Πανδοχείο της Πηγής Ιόνιν, και το φεγγαρόφωτο συνέβαλλε στην παράξενη αίσθηση του φωτός στον Τελ’αράν’ριοντ και τη βοηθούσε να τις διαβάζει. Λίγο-λίγο, βεβαιώθηκε πού βρισκόταν σε σχέση με το Σαλιντάρ κι άρχισε να κάνει ακόμα μικρότερα άλματα, κι ύστερα τα σταμάτησε οριστικά, αφήνοντας την Μπέλα να καλπάσει φυσιολογικά μέσα στο δάσος όπου τα ψηλά δένδρα κι η ξηρασία είχαν εξοντώσει την κοντύτερη βλάστηση.