Выбрать главу

Ακόμα κι έτσι, η Εγκουέν ξαφνιάστηκε όταν εμφανίστηκε ξαφνικά ένα μεγάλο χωριό, σιωπηλό και σκοτεινό στο σεληνόφως. Πρέπει, όμως, να ήταν το σωστό μέρος.

Εκεί που άρχιζαν τα πέτρινα σπίτια με τις καλαμοσκεπές, ξεπέζεψε και πήρε τα υπάρχοντά της. Ήταν αργά, αλλά στον ξυπνητό κόσμο ίσως να κυκλοφορούσαν ακόμα άνθρωποι. Δεν υπήρχε λόγος να τους ξαφνιάσει εμφανιζόμενη από το πουθενά. Αν την έβλεπε καμιά Άες Σεντάι και παρεξηγούσε το τι ήταν, ίσως να μην προλάβαινε να απευθυνθεί στην Αίθουσα.

«Έτρεξες σαν τον άνεμο», μουρμούρισε, χαϊδεύοντας την Μπέλα για μια τελευταία φορά. «Μακάρι να μπορούσα να σε πάρω μαζί μου». Αυτή ήταν μια περιττή φαντασίωση. Ό,τι έφτιαχνες στον Τελ’αράν’ριοντ, μπορούσε να υπάρξει μονάχα εκεί. Στο κάτω-κάτω, αυτή δεν ήταν η πραγματική Μπέλα. Πάντως, η Εγκουέν ένιωσε έναν νυγμό τύψης καθώς γυρνούσε την πλάτη —δεν θα έπαυε να φαντάζεται την Μπέλα· ας συνέχιζε να υπάρχει όσο μπορούσε— κι ύφανε το τρεμουλιαστό παραπέτασμα του Πνεύματος. Με το κεφάλι ψηλά, το δρασκέλισε, έτοιμη να αντιμετωπίσει με την Αελίτικη καρδιά της ό,τι έβρισκε.

Έκανε ένα βήμα και σταμάτησε επιτόπου, αφήνοντας να βγει ένα κοφτό «Ωχ!» με τα μάτια διάπλατα. Οι αλλαγές που είχε κάνει στον Τελ’αράν’ριοντ εδώ ήταν εξίσου ανύπαρκτες με την Μπέλα. Οι φλόγες επέστρεψαν με φούρια, και μαζί τους ένιωσε σαν να της μιλούσε η Σορίλεα. Αν αλλάξεις αυτό που έκανες για να ξεπληρώσεις το τοχ σου και το κάνεις σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ, τότε ξεπλήρωσες στ’ αλήθεια το τοχ; Μην ξεχνάς την Αελίτικη καρδιά σου, κοπέλα μου.

Ναι. Δεν θα την ξεχνούσε. Είχε έρθει εδώ για να δώσει μάχη, είτε το ήξεραν οι Άες Σεντάι είτε όχι, έτοιμη να πολεμήσει για το δικαίωμα της να είναι Άες Σεντάι, έτοιμη να αντιμετωπίσει... Μα το Φως, τι;

Υπήρχαν άνθρωποι στους δρόμους, κάτι λίγοι που προχωρούσαν ανάμεσα στα σπίτια, εκεί τα φωτισμένα παράθυρα έχυναν λιμνούλες φωτός. Περπατώντας με κάποια προσοχή, η Εγκουέν πλησίασε μια νευρώδη γυναίκα με λευκή πόδια και ταλαιπωρημένο ύφος. «Με συγχωρείτε. Το όνομά μου είναι Εγκουέν αλ’Βέρ. Είμαι Αποδεχθείσα» —η γυναίκα έριξε μια έντονη ματιά στο φόρεμα ιππασίας της— «και μόλις έφτασα. Μπορείτε να μου πείτε πού είναι η Σέριαμ Σεντάι; Πρέπει να τη βρω». Πιθανότατα η Σέριαμ θα είχε πέσει για ύπνο, αλλά, αν κοιμόταν, η Εγκουέν σκόπευε να την ξυπνήσει. Της είχαν πει να έρθει το συντομότερο δυνατόν, κι η Σέριαμ θα μάθαινε πως ήταν εκεί.

«Όλοι σ’ εμένα έρχονται», μουρμούρισε η γυναίκα. «Κανείς δεν μπορεί μόνος του; Όχι, θέλουν να το κάνει η Νίλντρα. Εσείς οι Αποδεχθείσες είστε οι χειρότερες. Άντε, δεν έχω ώρα για χάσιμο. Ακολούθησέ με, αν θες να έρθεις. Αν όχι, βρες τη μόνη σου». Η Νίλντρα έφυγε χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά πίσω της.

Η Εγκουέν την ακολούθησε σιωπηλά. Φοβόταν πως αν άνοιγε το στόμα της θα έλεγε στην άλλη τι σκεφτόταν, κι αυτός δεν ήταν ο καλύτερος τρόπος για να αρχίσει η διαμονή της στο Σαλιντάρ. Όσο σύντομη κι αν ήταν. Ευχήθηκε να μόνοιαζαν μεταξύ τους η Αελίτικη καρδιά της και το Διποταμίτικο μυαλό της.

Η απόσταση δεν ήταν μεγάλη· ανηφόρισαν λίγο το χωματόδρομο και στη γωνία έστριψαν για να βγουν σε ένα άλλο, στενότερο δρομάκι. Από μερικά σπίτια ακούγονταν γέλια. Η Νίλντρα σταμάτησε μπροστά σε ένα που ήταν σιωπηλό, αν και τα παράθυρα του μπροστινού δωματίου ήταν φωτισμένα.

Κοντοστάθηκε ίσα για να χτυπήσει την πόρτα και μπήκε πριν πάρει απάντηση. Η γονυκλισία της ήταν αψεγάδιαστη αν και βιαστική, και μίλησε με τόνο που έδειχνε κάπως μεγαλύτερο σεβασμό απ’ όσο πριν. «Άες Σεντάι, αυτή η κοπέλα λέει ότι το όνομά της είναι Εγκουέν και—» Δεν πρόλαβε να συνεχίσει.

Ήταν όλες εκεί, οι επτά από την Καρδιά της Πέτρας, και καμία δεν έμοιαζε να ετοιμάζεται για να ξαπλώσει, αν κι όλες φορούσαν ρόμπες, όλες εκτός από τη νεαρή με το όνομα της Σιουάν. Από τον τρόπο που οι καρέκλες τους ήταν βαλμένες κοντά η μια στην άλλη, φαινόταν ότι η Εγκουέν είχε πέσει πάνω σε κάποια συζήτηση. Η Σέριαμ ήταν η πρώτη που πετάχτηκε από την καρέκλα της, κάνοντας νόημα στη Νίλντρα να φύγει. «Μα το Φως, παιδί μου. Κιόλας;»

Καμία δεν έδωσε σημασία στη γονυκλισία της Νίλντρα και στο ξεφύσημα που άφησε φεύγοντας.

«Δεν το περιμέναμε», είπε η Ανάγια, πιάνοντας την Εγκουέν από τα μπράτσα, με ένα ζεστό χαμόγελο. «Όχι τόσο σύντομα. Καλωσήρθες, παιδί μου. Καλωσήρθες».