Выбрать главу

«Υπήρξαν παρενέργειες;» ζήτησε να μάθει η Μόρβριν. Δεν είχε σηκωθεί από τη θέση της, ούτε η Καρλίνυα με τη νεαρή Άες Σεντάι, αλλά η Μόρβριν έγειρε μπροστά με προσηλωμένο το βλέμμα. Οι ρόμπες των άλλων ήταν από μετάξι σε διάφορα χρώματα, άλλες μπροκάρ κι άλλες ολοκέντητες, αλλά η δική της ήταν από απλό καφέ μαλλί, αν και φαινόταν μαλακή και καλοϋφασμένη. «Νιώθεις κάποιες αλλαγές από την εμπειρία; Δεν είχαμε πολλά στοιχεία στη διάθεσή μας. Για να μιλήσω ειλικρινά, απορώ που λειτούργησε».

«Θα πρέπει να το δούμε στην πράξη για να καταλάβουμε πόσο καλά δούλεψε». Η Μπεόνιν κοντοστάθηκε για να πιει μια γουλιά τσάι, και μετά άφησε το φλιτζάνι και το πιατάκι σε ένα ετοιμόρροπο βοηθητικό τραπεζάκι. Το φλιτζάνι και το πιατάκι ήταν αταίριαστα, αλλά ούτε και τα έπιπλα ταίριαζαν ως επί το πλείστον, και τα περισσότερα έμοιαζαν στραβά σαν το τραπεζάκι. «Αν υπάρχουν παρενέργειες, μπορούμε να τη Θεραπεύσουμε και να ξεμπερδεύει».

Η Εγκουέν απομακρύνθηκε γοργά από την Ανάγια κι άφησε τα πράγματά της πλάι στην πόρτα. «Όχι, καλά είμαι. Ειλικρινά, καλά είμαι». Θα μπορούσε να το πει με δισταγμό· η Ανάγια ίσως να τη Θεράπευε δίχως να της το ζητήσει. Αλλά αυτό θα ήταν κλέψιμο.

«Φαίνεται αρκετά υγιής», είπε ατάραχα η Καρλίνυα. Τα μαλλιά της ήταν πράγματι κοντά, με μελαχρινές μπουκλίτσες που μετά βίας σκέπαζαν τα αυτιά της· δεν ήταν απλώς κάτι που είχε κάνει στον Τελ’αράν’ριοντ. Φορούσε λευκά, φυσικά· ακόμα και τα κεντίδια ήταν λευκά. «Μπορούμε να βάλουμε μια Κίτρινη να την εξετάσει προσεκτικά αργότερα, για να είμαστε σίγουρες, αν χρειαστεί».

«Αφήστε την να ξαποστάσει τα πόδια της», είπε η Μυρέλ γελώντας. Ήταν τόσα τα πλούσια λουλούδια σε κίτρινα και κόκκινα χρώματα που σκέπαζαν τη ρόμπα της, που σχεδόν δεν φαινόταν το πράσινο. «Μόλις ταξίδεψε χίλιες λεύγες μέσα σε μια νύχτα. Μέσα σε λίγες ώρες».

«Δεν έχετε χρόνο για να την αφήσετε να ξαποστάσει», είπε σθεναρά η νεαρή Άες Σεντάι. Έμοιαζε εκτός τόπου σ’ εκείνη τη συγκέντρωση, φορώντας κίτρινο φόρεμα που είχε γαλάζιες πινελιές στη φούστα και γαλάζια κεντίδια στο βαθύ, στρογγυλό ντεκολτέ. Γι’ αυτό αφενός, και για το ότι ήταν η μοναδική που μπορούσες να υπολογίσεις την ηλικία της. «Όταν έρθει το πρωί, η Αίθουσα θα πέσει πάνω της. Αν δεν είναι έτοιμη, η Ρομάντα θα την ξεκοιλιάσει σαν χοντρή πέρκα».

Η Εγκουέν έμεινε με ανοιχτό το στόμα. Η φωνή ήταν ακόμα πιο χαρακτηριστική από τα λόγια. «Είσαι η Σιουάν Σάντσε. Μα όχι, είναι αδύνατον!»

«Είναι και παραείναι δυνατόν», είπε ξερά η Ανάγια, ρίχνοντας μια καρτερική ματιά στη νεαρή γυναίκα.

«Η Σιουάν είναι πάλι Άες Σεντάι». Το βλέμμα της Μυρέλ έδειχνε περισσότερο αγανάκτηση παρά καρτερικότητα.

Πρέπει να ήταν αλήθεια —αφού το είχαν πει— αλλά η Εγκουέν δεν το πίστεψε ακόμα κι όταν της το εξήγησε η Σέριαμ. Η Νυνάβε είχε Θεραπεύσει το σιγάνεμα; Το ότι είχε σιγανευτεί ήταν ο λόγος που η Σιουάν δεν έδειχνε μεγαλύτερη από τη Νυνάβε; Η Σιουάν ήταν πάντα μια αφέντρα με σκληρό πρόσωπο αλλά και σκληρή καρδιά, δεν ήταν αυτή η ομορφούλα με τα γαλατένια μάγουλα και το σχεδόν λεπτεπίλεπτο στόμα.

Όσο μιλούσε η Σέριαμ, η Εγκουέν παρακολουθούσε τη Σιουάν. Εκείνα τα γαλανά μάτια όμως ήταν τα ίδια. Πώς ήταν δυνατόν να είχε δει εκείνη τη ματιά, τόσο δυνατή που μπορούσε να χώσει καρφιά στον τοίχο, χωρίς να το καταλάβει; Το πρόσωπο ήταν μια πρώτη απάντηση. Αλλά η Σιουάν ήταν πάντα ισχυρή και στη Δύναμη. Όταν πρωτοξεκινούσε μια κοπέλα, χρειαζόταν να τη δοκιμάσουν για να δουν πόσο δυνατή θα ήταν, όμως αυτό έπαυε όταν αποκτούσε εκείνη τη δύναμη. Η Εγκουέν ήξερε τώρα αρκετά ώστε να μπορεί να κρίνει μια άλλη γυναίκα μέσα σε λίγες στιγμές. Η Σέριαμ ήταν προφανώς η ισχυρότερη γυναίκα του δωματίου εκτός από την ίδια την Εγκουέν, κι η Μυρέλ ήταν η επόμενη, αν και δεν ήταν εύκολο να το πει με σιγουριά· οι υπόλοιπες έμοιαζαν να είναι κοντά, με εξαίρεση τη Σιουάν. Ήταν με μεγάλο περιθώριο η πιο αδύναμη.

«Αυτή είναι πραγματικά η πιο αξιοθαύμαστη ανακάλυψη της Νυνάβε», είπε η Μυρέλ. «Οι Κίτρινες πήραν ό,τι έκανε και συνέχισαν με τα δικά τους θαύματα, αλλά αυτή το ξεκίνησε. Κάθισε κάτω, παιδί μου. Είναι μεγάλη η ιστορία για να την ακούσεις όρθια».

«Ευχαριστώ, προτιμώ να στέκομαι». Η Εγκουέν κοίταξε την ξύλινη καρέκλα με την ίσια ράχη που έδειχνε η Μυρέλ και μόλις που κατάφερε να κρύψει το ρίγος της. «Τι κάνει η Ηλαίην; Είναι κι αυτή καλά, Θέλω να μάθω τα πάντα γι’ αυτήν και για τη Νυνάβε». Η πιο αξιοθαύμαστη ανακάλυψη της Νυνάβε; Αυτό άφηνε να εννοηθεί ότι δεν ήταν η μοναδική. Της φαινόταν ότι είχε χάσει πολλά απ’ όσα είχαν συμβεί όσο ήταν στις Σοφές· έπρεπε να κοπιάσει για να ανακτήσει το χαμένο έδαφος. Τουλάχιστον, της φαινόταν πως τώρα θα της το επέτρεπαν. Αποκλείεται να την είχαν υποδεχθεί τόσο φιλικά, αν επρόκειτο να τη διώξουν ατιμωτικά. Δεν είχε κλίνει το γόνυ και δεν είχε αποκαλέσει καμία τους Άες Σεντάι έστω και μια φορά —κυρίως επειδή δεν της είχε δοθεί η ευκαιρία παρά για άλλο λόγο· δεν αντιμετώπιζες με αυθάδεια τις Άες Σεντάι— αλλά όμως καμία δεν την είχε επικρίνει. Ίσως να μην το ήξεραν. Μα τότε ποιος ο λόγος;