«Με εξαίρεση ένα προβληματάκι που έχουν προς στιγμήν η Ηλαίην κι η Νυνάβε», άρχισε να λέει η Σέριαμ, όμως η Σιουάν τη διέκοψε τραχιά.
«Γιατί φλυαρείτε σαν άμυαλα κοριτσόπουλα; Είναι πολύ αργά πια για να φοβάστε αυτό που συμβαίνει. Έχει αρχίσει· εσείς το αρχίσατε. Ή θα το ολοκληρώσετε ή η Ρομάντα θα σας κρεμάσει να ξεραθείτε στον ήλιο πλάι σ’ αυτή την κοπέλα, κι η Ντελάνα κι η Φαϊζέλ κι οι υπόλοιπες της Αίθουσας θα τρέξουν στο πλευρό της να βοηθήσουν».
Η Σέριαμ κι η Μυρέλ γύρισαν να την αντικρίσουν σχεδόν ταυτόχρονα. Όλες οι Άες Σεντάι έκαναν το ίδιο, με τη Μόρβριν και την Καρλίνυα να στριφογυρίζουν στις καρέκλες τους. Την ατένισαν ψυχρά μάτια από ψυχρά πρόσωπα, χαρακτηριστικά των Άες Σεντάι.
Στην αρχή η Σιουάν δέχθηκε εκείνα τα βλέμματα με μια δική της προκλητική ματιά, εξίσου Άες Σεντάι με κείνες αν και φαινομενικά πολύ νεότερη. Ύστερα το κεφάλι της χαμήλωσε λιγάκι και τα μάγουλά της ρόδισαν κάπως. Σηκώθηκε από την καρέκλα, με το βλέμμα χαμηλά. «Βιάστηκα να μιλήσω», μουρμούρισε μαλακά. Το βλέμμα της δεν άλλαξε —μπορεί οι Άες Σεντάι να μην το πρόσεξαν, το πρόσεξε όμως η Εγκουέν— αλλά και πάλι δεν ταίριαζε στη Σιουάν.
Η Εγκουέν επίσης κατάλαβε ότι δεν ήξερε τι συνέβαινε εδώ. Δεν ήταν μόνο το ότι έδειχνε ταπεινότητα η Σιουάν Σάντσε· επειδή την είχαν αναγκάσει, δηλαδή. Αυτό ήταν το λιγότερο. Τι είχε αρχίσει; Γιατί θα τιμωρούνταν κι η ίδια αν εκείνες δεν συνέχιζαν αυτό που είχαν αρχίσει;
Οι Άες Σεντάι αντάλλαξαν ματιές αινιγματικές, όπως μόνο οι Άες Σεντάι μπορούσαν. Η Μόρβριν ήταν η πρώτη που ένευσε.
«Σε καλέσαμε για έναν ιδιαίτερο λόγο, Εγκουέν», είπε με σοβαρό ύφος η Σέριαμ.
Η καρδιά της Εγκουέν πήρε να χτυπά πιο δυνατά. Δεν ήξεραν γι’ αυτήν. Δεν ήξεραν. Μα τι ήταν;
«Εσύ», είπε η Σέριαμ, «θα γίνεις η επόμενη Έδρα της Άμερλιν».
35
Στην Αίθουσα των Καθήμενων
Η Εγκουέν έμεινε να κοιτάζει τη Σέριαμ, απορώντας μήπως έπρεπε να γελάσει. Ίσως στο διάστημα που είχε περάσει με τους Αελίτες να είχε ξεχάσει τι θεωρούσαν χιούμορ οι Άες Σεντάι. Η Σέριαμ της αντιγύρισε τη ματιά με το αγέραστο, ατάραχο πρόσωπό της, ενώ τα γερτά μάτια της έμοιαζαν να μην ανοιγοκλείνουν καθόλου. Η Εγκουέν κοίταξε τις άλλες. Επτά πρόσωπα δίχως έκφραση, απλώς με ένα ύφος αναμονής. Η Σιουάν μπορεί να χαμογελούσε αμυδρά, όμως το «χαμόγελο» ίσως να ήταν η φυσική καμπύλη των χειλιών της. Το τρεμάμενο φως από τις λάμπες ξαφνικά έκανε τα χαρακτηριστικά τους να δείξουν παράξενα κι απάνθρωπα.
Η Εγκουέν ένιωσε το κεφάλι της ελαφρύ, τα γόνατά της αδύναμα. Δίχως σκέψη, άφησε το κορμί της να σωριαστεί στην καρέκλα με την ίσια ράχη. Και ξανασηκώθηκε αμέσως. Αυτό της καθάρισε το νου· τουλάχιστον λιγάκι. «Δεν είμαι καν Άες Σεντάι», είπε ξέπνοα. Αυτή η απάντηση έμοιαζε αρκετά ουδέτερη. Πρέπει να ήταν κάποιο αστείο ή... ή... ή κάτι.
«Αυτό μπορούμε να το παρακάμψουμε», είπε σθεναρά η Σέριαμ, σφίγγοντας για έμφαση το ανοιχτογάλανο σάλι της.
Οι μελένιες κοτσίδες της Μπεόνιν λικνίστηκαν όταν ένευσε. «Η Έδρα της Άμερλιν είναι Άες Σεντάι — ο νόμος είναι σαφής επ’ αυτού· σε αρκετά σημεία αναγράφεται, “η Έδρα της Άμερλιν ως Άες Σεντάι” — μα πουθενά δεν λέει ότι είναι υποχρεωτικό να είσαι Άες Σεντάι για να γίνεις Έδρα της Άμερλιν». Όλες οι Άες Σεντάι έπρεπε να γνωρίζουν το νόμο του Πύργου, όμως οι Γκρίζες, ως μεσολαβήτριες, έπρεπε να ξέρουν τους νόμους όλων των χωρών, κι η Μπεόνιν πήρε ύφος δασκαλίστικο, σαν να εξηγούσε κάτι που καμία δεν ήξερε τόσο καλά όσο εκείνη. «Ο νόμος που καθορίζει την εκλογή της Άμερλιν λέει απλώς “η γυναίκα που καλείται” ή “εκείνη που παρουσιάζεται ενώπιον της Αίθουσας” ή άλλα παρόμοια. Από την αρχή ως το τέλος, οι λέξεις “Άες Σεντάι” δεν αναφέρονται ούτε μια φορά. Καμία απολύτως. Θα μπορούσαν μερικές να ισχυριστούν ότι πρέπει να εξετάσουμε την πρόθεση των συντακτών του, όμως είναι σαφές, ασχέτως των προθέσεων των γυναικών που έγραψαν το νόμο, πως—» Έσμιξε τα φρύδια όταν τη διέκοψε η Καρλίνυα.
«Χωρίς αμφιβολία θεωρούταν δεδομένο σε τέτοιο βαθμό που δεν υπήρχε λόγος να το δηλώσουν. Λογικά, όμως, κάθε νόμος σημαίνει αυτό που λέει, ό,τι κι αν νόμιζαν οι συντάκτες του ότι σημαίνει».
«Οι νόμοι σπανίως ασχολούνται με τη λογική», είπε ξινά η Μπεόνιν. «Σ’ αυτή την περίπτωση, όμως», παραδέχτηκε μετά από μια στιγμή, «έχεις δίκιο». Πρόσθεσε, απευθυνόμενη στην Εγκουέν, «Κι η Αίθουσα έχει την ίδια άποψη».