Выбрать главу

Είχαν όλες σοβαρό ύφος, ακόμα κι η Ανάγια που είπε, «Θα γίνεις Άες Σεντάι, παιδί μου, μόλις αναγορευθείς Έδρα της Άμερλιν. Με δυο λόγια, αυτό είναι το ζήτημα». Ακόμα κι η Σιουάν ήταν σοβαρή, παρά το χαμογελάκι. Ήταν όντως χαμόγελο.

«Μπορείς να δώσεις τους Τρεις Όρκους όταν ξαναβρεθούμε στον Πύργο», της είπε η Σέριαμ. «Σκεφτήκαμε να σε βάλουμε να τους πεις ούτως ή άλλως, αλλά χωρίς τη Ράβδο των Όρκων, ίσως θεωρηθεί απάτη. Καλύτερα να περιμένουμε».

Η Εγκουέν παραλίγο θα ξανακαθόταν, αλλά πρόφτασε να συγκρατηθεί. Ίσως να είχαν δίκιο οι Σοφές· ίσως το εν σώματι ταξίδι μέσω του Τελ’αράν’ριοντ να είχε κάνει κάτι στο μυαλό της. «Μα αυτό είναι τρέλα», διαμαρτυρήθηκε. «Δεν μπορώ να γίνω Άμερλιν. Είμαι... Είμαι...» Οι αντιρρήσεις μαζεύτηκαν στο στόμα της σ’ έναν κυκεώνα που δεν άφησε να βγει τίποτα. Παραήταν μικρή· η Σιουάν ήταν η μικρότερη Άμερλιν που είχε υπάρξει ποτέ, αλλά κι αυτή ακόμα ήταν τριάντα όταν είχε αναλάβει το αξίωμα. Μόλις είχε αρχίσει την εκπαίδευσή της, κι ας ήξερε τόσα για τον Κόσμο των Ονείρων· οι Άμερλιν διέθεταν γνώσεις κι εμπειρίες. Και σοφία· υποτίθεται πως ήταν σοφές. Η ίδια ένιωθε ζαλισμένη και μπερδεμένη. Οι περισσότερες γυναίκες περνούσαν δέκα χρόνια ως μαθητευόμενες και δέκα ως Αποδεχθείσες. Μπορεί να ήταν αλήθεια ότι μερικές προόδευαν πιο γρήγορα, πολύ πιο γρήγορα μερικές φορές. Αυτό είχε συμβεί με τη Σιουάν. Αλλά η ίδια προσωπικά είχε περάσει λιγότερο από ένα χρόνο ως μαθητευόμενη, και ακόμα λιγότερο ως Αποδεχθείσα. «Είναι αδύνατον!» ήταν το καλύτερο επιχείρημα που μπόρεσε να επιστρατεύσει τελικά.

Η Μοργκέις ξεφύσηξε με τρόπο που της θύμισε τη Σορίλεα. «Έλα στα συγκαλά σου, παιδί μου, αλλιώς θα σε φέρω εγώ. Δεν είναι ώρα για να παραμιλάς και να μας λιγοθυμήσεις».

«Μα δεν ξέρω τι να κάνω! Το παραμικρό!» Η Εγκουέν πήρε μια βαθιά ανάσα. Δεν γαλήνεψε την καρδιά της που βροντοχτυπούσε, αλλά βοήθησε. Λιγάκι. Η Αελίτισσα καρδιά. Ό,τι κι αν έκαναν, δεν θα τις άφηνε να την τρομοκρατήσουν. Κοίταξε το σκληρό, βαρύ πρόσωπο της Μόρβριν και πρόσθεσε, Μπορείς να με γδάρεις, αλλά δεν θα με τρομοκρατήσεις. «Είναι γελοίο, αυτό έχω να πω. Δεν θα κάτσω να γίνω ρεζίλι μπροστά σε όλες, κι αυτό ακριβώς θα συνέβαινε. Αν αυτός είναι ο λόγος που με κάλεσε η Αίθουσα, θα πω όχι».

«Φοβάμαι πως δεν έχεις αυτή την ευχέρεια», είπε η Ανάγια αναστενάζοντας κι έσιαξε τη ρόμπα της, ένα ψιλούτσικο πραγματάκι από ροζ μετάξι γεμάτο με ντελικάτες ιβουάρ δαντέλες. «Δεν μπορείς να αρνηθείς την κλήση να γίνεις Άμερλιν, όπως δεν θα μπορούσες να αρνηθείς την κλήση σε δίκη. Μάλιστα, η διατύπωση και στις δύο περιπτώσεις είναι η ίδια». Να κάτι που σου έδινε κουράγιο· μα βέβαια.

«Η επιλογή τώρα ανήκει στην Αίθουσα». Η Μυρέλ μίλησε κάπως λυπημένα, κι αυτό δεν βοήθησε το ηθικό της Εγκουέν.

Μ’ ένα ξαφνικό χαμόγελο, η Σέριαμ αγκάλιασε την Εγκουέν από τους ώμους. «Μη στενοχωριέσαι, παιδί μου. Θα σε βοηθάμε και θα σε καθοδηγούμε. Γι’ αυτό είμαστε εδώ».

Η Εγκουέν δεν είπε τίποτα. Δεν ήξερε τι να πει· ίσως το να υπακούς στο νόμο δεν σήμαινε ότι σε είχαν εκφοβίσει, αλλά η αίσθηση ήταν η ίδια. Οι άλλες πήραν τη σιωπή της για συναίνεση, και μέσα της σκέφτηκε ότι μπορεί να ήταν. Δίχως καθυστέρηση, έστειλαν τη Σιουάν —που άρχισε να γκρινιάζει για την αγγαρεία που της έβαζαν— να ξυπνήσει προσωπικά τις Καθήμενες και να τις πληροφορήσει ότι είχε φτάσει η Εγκουέν.

Στο σπίτι επικράτησε χάος πριν καν η Σιουάν βγει από την πόρτα. Το φόρεμα ιππασίας της Εγκουέν έγινε αντικείμενο μεγάλης συζήτησης —στην οποία η ίδια δεν είχε θέση— κι οι άλλες ξύπνησαν μια παχουλή γυναίκα που λαγοκοιμόταν σε μια καρέκλα σε ένα από τα πίσω δωμάτια και την έστειλαν, με αυστηρή προειδοποίηση να μην πει τίποτα, να φέρει όλα τα φορέματα των Αποδεχθεισών που ίσως ταίριαζαν στην Εγκουέν. Η Εγκουέν δοκίμασε οκτώ εκεί στο μπροστινό δωμάτιο, πριν βρει ένα που να της ταιριάζει, κατά κάποιον τρόπο. Ήταν στενό στο στήθος, αλλά, ευτυχώς, φαρδύ στους γοφούς. Όσο η υπηρέτρια έφερνε φορέματα κι η Εγκουέν τα δοκίμαζε, η Σέριαμ κι οι υπόλοιπες έτρεχαν με τη σειρά τους να ντυθούν κι αυτές, και στο ενδιάμεσο της έλεγαν τι θα συνέβαινε και τι θα έπρεπε να κάνει και να πει.

Την έβαλαν να επαναλαμβάνει τα πάντα. Οι Σοφές πίστευαν ότι αρκούσε να πουν κάτι μια φορά, κι αλίμονο στην υποψήφια που δεν πρόσεχε και δεν άκουγε. Η Εγκουέν θυμόταν μερικά απ’ όσα είχε να πει από μια διάλεξη για τις μαθητευόμενες στον Πύργο, και τα έλεγε αυτολεξεί από την πρώτη φορά, όμως οι Άες Σεντάι τα επανέλαβαν και δεύτερη φορά και τρίτη. Η Εγκουέν δεν το καταλάβαινε. Αν δεν ήταν Άες Σεντάι, θα πίστευε πως τις είχε πιάσει νευρικότητα, παρά τη γαλήνη στα πρόσωπά τους. Αναρωτήθηκε μήπως έκανε λάθος, και άρχισε να δίνει έμφαση σε διαφορετικές λέξεις.