«Να τα λες όπως σου τα λένε», την αποπήρε η Καρλίνυα με παγερό τόνο, κι η Μυρέλ, όχι πιο φιλικά, είπε, «Δεν έχεις περιθώριο για λάθη, παιδί μου. Ούτε για ένα λαθάκι!»
Την έκαναν να τα πει άλλες πέντε φορές, κι όταν διαμαρτυρήθηκε πως είχε επαναλάβει κάθε λέξη σωστά, κι απαρίθμησε ποιες θα στέκονταν πού και ποιες θα έλεγαν τι ακριβώς με τον τρόπο που της είχαν πει, της φάνηκε ότι η Μόρβριν θα της έστριβε το αυτί, αν δεν την προλάβαινε η Μπεόνιν ή η Καρλίνυα. Έσμιξαν τα φρύδια με ύφος σαν να τη χαστούκιζαν, κι η Σέριαμ την κοίταξε σαν να ήταν μαθητευόμενη που γκρίνιαζε. Η Εγκουέν αναστέναξε και ξανάρχισε να τα λέει από την αρχή. «Εισέρχομαι συνοδεία τριών εξ υμών...»
Μια σιωπηλή πομπή διέσχισε τους σχεδόν άδειους δρόμους που ήταν γεμάτοι σκιές από το φεγγαρόφωτο. Από τους σκόρπιους ανθρώπους που ήταν ακόμα έξω, ελάχιστοι τις κοίταξαν· έξι Άες Σεντάι με μια μοναχική Αποδεχθείσα ανάμεσά τους ίσως να ήταν συνηθισμένο θέαμα εδώ ή ίσως να μην ήταν, αλλά, όπως φαινόταν, δεν ήταν τόσο παράξενο που να προκαλέσει σχόλια. Τα παράθυρα που πριν ήταν φωτισμένα τώρα ήταν σκοτεινά· η σιγαλιά είχε αγκαλιάσει την πόλη και τα βήματά τους ακούγονταν πεντακάθαρα στο σκληρό χώμα του δρόμου. Η Εγκουέν άγγιξε το δαχτυλίδι του Μεγάλου Ερπετού, που ήταν πάλι στη θέση του στο αριστερό της χέρι. Τα γόνατά της έτρεμαν. Είχε προετοιμαστεί για να αντιμετωπίσει τα πάντα, αλλά στον κατάλογο με «τα πάντα» δεν συμπεριλαμβανόταν αυτό το πράγμα.
Σταμάτησαν μπροστά σε ένα πέτρινο ορθογώνιο διώροφο κτήριο. Τα παράθυρα ήταν σκοτεινά, αλλά στο φως του φεγγαριού είχε όψη πανδοχείου. Η Καρλίνυα, η Μπεόνιν κι η Ανάγια θα έμεναν εδώ, κι οι δύο πρώτες δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένες· δεν γκρίνιαξαν, όπως δεν είχαν διαμαρτυρηθεί ούτε στο σπίτι νωρίτερα, αλλά έσιαξαν τα αψεγάδιαστα φορέματά τους και κράτησαν τα κεφάλια τους ψηλά κι αλύγιστα, χωρίς να κοιτάζουν την Εγκουέν.
Η Ανάγια χάιδεψε τα μαλλιά της Εγκουέν για να την ηρεμήσει. «Όλα θα πάνε καλά, παιδί μου». Είχε ένα δεματάκι κάτω από τη μασχάλη, το φόρεμα που θα έβαζε η Εγκουέν όταν τελείωναν όλα. «Μαθαίνεις γρήγορα».
Μέσα στο πέτρινο κτήριο ένα γκονγκ ήχησε βαθιά, μια φορά, δυο φορές, τρεις. Η Εγκουέν παραλίγο θα πηδούσε στον αέρα. Ακολούθησε μια στιγμιαία σιγή, και μετά το γκονγκ επανέλαβε το διαπεραστικό άσμα του. Η Μυρέλ ασυναίσθητα έσιαξε το φουστάνι της. Ξανάπεσε σιωπή, την οποία ακολούθησε το τριπλό κάλεσμα.
Η Σέριαμ άνοιξε την πόρτα κι η Εγκουέν την ακολούθησε μέσα, με τη Μυρέλ και τη Μόρβριν κατά πόδας. Έτσι όπως την περικύκλωναν, δεν μπορούσε να μη σκεφτεί πως ήταν σαν φρουροί που ήταν εκεί για να την προλάβουν μη τυχόν και το έσκαγε.
Η μεγάλη ψηλοτάβανη αίθουσα δεν ήταν σκοτεινή, κάθε άλλο. Υπήρχαν παραταγμένες λάμπες στις κορνίζες τεσσάρων φαρδιών πέτρινων τζακιών, κι άλλες στις σκάλες που οδηγούσαν στον επόμενο όροφο, και στα κάγκελα του εσωτερικού μπαλκονιού. Σε κάθε γωνιά του δωματίου υπήρχε μια διχαλωτή λάμπα σε ορθοστάτη με καθρέφτη που πολλαπλασίαζε το φως. Κουβέρτες απλωμένες στα παράθυρα κρατούσαν όλο αυτό το φως μέσα.
Υπήρχαν εννιά καρέκλες σε σειρά στη δεξιά πλευρά κι άλλες τόσες στην αριστερή, που στρέφονταν προς το κέντρο σχηματίζοντας τριάδες. Οι γυναίκες που κάθονταν εκεί, οι Καθήμενες των έξι Άτζα τα οποία εκπροσωπούνταν στο Σαλιντάρ, φορούσαν επώμια και φορέματα στα χρώματα του Άτζα τους. Τα κεφάλια τους στράφηκαν προς την Εγκουέν, ενώ τα πρόσωπά τους φανέρωναν μόνο αταραξία και γαλήνη.
Στην άλλη άκρη του δωματίου ήταν άλλη μια καρέκλα, πάνω σε ένα μικρό βάθρο που έμοιαζε με μικρό κουτί. Ήταν ψηλή και βαριά, με ελικοειδή σχήματα σμιλεμένα τα πόδια και τη ράχη της, και την είχαν βάψει κίτρινη, σαν μίμηση επίχρυσης. Ένα επιτραχήλιο ήταν απλωμένο στα μπράτσα της, με ρίγες στα επτά χρώματα. Πολλά μίλια έμοιαζαν να χωρίζουν την Εγκουέν από αυτό το επιτραχήλιο.
«Ποια έρχεται ενώπιον της Αίθουσας του Πύργου;» ζήτησε να μάθει η Ρομάντα με ψιλή, καθαρή φωνή. Καθόταν λίγο πιο κάτω από τη χρυσή καρέκλα, απέναντι από τις τρεις Γαλάζιες αδελφές. Η Σέριαμ παραμέρισε ήρεμα, αποκαλύπτοντας την Εγκουέν.
«Μία που έρχεται υπάκουα, ακολουθώντας το Φως», είπε η Εγκουέν. Η φωνή της, τι παράξενο, δεν έτρεμε. Αποκλείεται να έκαναν τέτοιο πράγμα.
«Ποια έρχεται ενώπιον της Αίθουσας του Πύργου;» επανέλαβε προστακτικά η Ρομάντα.
«Μία που έρχεται ταπεινά, ακολουθώντας το Φως». Σε λιγάκι η σκηνή θα μεταμορφωνόταν σε δίκη, επειδή είχε υποκριθεί πως ήταν Άες Σεντάι. Ούτε καν δίκη· θα τη θωράκιζαν κατευθείαν και θα την κλείδωναν στο μπουντρούμι για πάντα, αν ήταν αυτός ο λόγος. Μα όμως...