«Ποια έρχεται ενώπιον της Αίθουσας του Πύργου;»
«Μία που έρχεται μετά από το κάλεσμα της Αίθουσας, υπάκουα και πειθήνια, ακολουθώντας το Φως, ζητώντας μόνο να αποδεχθεί τη βούληση της Αίθουσας».
Από τις Γκρίζες πίσω από τη Ρομάντα, σηκώθηκε μια μελαχρινή, λεπτή γυναίκα. Όντας η νεότερη Αδελφή, η Κουαμέσα έκανε την τελετουργική ερώτηση που χρονολογούταν από το Τσάκισμα του Κόσμου. «Υπάρχουν άλλοι πλην γυναικών εδώ;»
Η Ρομάντα έριξε πίσω το επώμιο της με μια μελετημένη κίνηση και το άφησε στη ράχη της καρέκλας της καθώς σηκωνόταν. Ως πρεσβύτερη, θα απαντούσε πρώτη. Εξίσου μελετημένα, έλυσε το φόρεμά της και το κατέβασε ως τη μέση της μαζί με το μισοφόρι της. «Είμαι γυναίκα», δήλωσε.
Με προσοχή, η Κουαμέσα άφησε το επώμιό της στην καρέκλα της και γδύθηκε ως τη μέση. «Είμαι γυναίκα», είπε.
Οι άλλες τότε σηκώθηκαν κι άρχισαν να γυμνώνονται, και δείχνοντας την απόδειξη, η καθεμιά ανακοίνωνε πως ήταν γυναίκα. Η Εγκουέν πάλεψε λιγάκι με το στενό στον κόρφο φόρεμα Αποδεχθείσας που της είχαν βρει και χρειάστηκε να τη βοηθήσει η Μυρέλ για να το ξεκουμπώσει, αλλά γρήγορα οι τέσσερις βρέθηκαν γυμνές σαν τις υπόλοιπες.
«Είμαι γυναίκα», είπε η Εγκουέν μαζί με τις άλλες.
Η Κουαμέσα έκανε αργά το γύρο του δωματίου· κοντοστεκόταν μπροστά σε κάθε γυναίκα για να την κοιτάξει κατάματα, σχεδόν προσβλητικά, κι ύστερα σταμάτησε πάλι μπροστά στη δική της καρέκλα κι ανακοίνωσε πως «μόνο γυναίκες ήταν παρούσες». Οι Άες Σεντάι κάθισαν κι οι περισσότερες άρχισαν να ξαναβάζουν τα φορέματά τους. Χωρίς να πολυβιάζονται αλλά ούτε χάνοντας χρόνο. Της Εγκουέν της ήρθε να κουνήσει το κεφάλι. Αυτή θα ντυνόταν μονάχα αργότερα, στην τελετή. Πριν από πολύ καιρό, το ερώτημα της Κουαμέσα θα απαιτούσε περαιτέρω αποδείξεις· τον παλιό καιρό, οι επίσημες τελετές διεξάγονταν «με ένδυμα το Φως», δηλαδή μέσα στη γύμνια. Τι γνώμη θα είχαν αυτές οι γυναίκες για τα ατμόλουτρα των Σοφών και τα Σιναρανά λουτρά;
Δεν είχε χρόνο για σκέψεις.
«Ποια συνηγορεί υπέρ αυτής της γυναίκας», είπε η Ρομάντα, «κι ορκίζεται γι’ αυτήν, καρδιά για καρδιά, ψυχή για ψυχή, ζωή για ζωή;». Στεκόταν ολόρθη με αυστηρή αξιοπρέπεια, ενώ ο παχουλός κόρφος της έμενε ακόμα γυμνός.
«Εγώ ορκίζομαι», είπε σθεναρά η Σέριαμ, και μια στιγμή αργότερα την ακολούθησαν με τη σειρά τους οι δυνατές φωνές της Μόρβριν και της Μυρέλ.
«Προχωρεί μπροστά, Εγκουέν αλ’Βέρ», πρόσταξε αυστηρά η Ρομάντα. Η Εγκουέν προχώρησε τρία βήματα και γονάτισε· ένιωθε ένα μούδιασμα. «Τι γυρεύεις εδώ, Εγκουέν αλ’Βέρ;»
Στ’ αλήθεια είχε μουδιάσει· δεν ένιωθε τίποτα. Δεν θυμόταν ούτε τις απαντήσεις που θα έδινε, αλλά με κάποιον τρόπο αυτές ξεπήδησαν από τη γλώσσα της. «Με κάλεσε η Αίθουσα του Θρόνου».
«Τι επιζητείς, Εγκουέν αλ’Βέρ;»
«Να υπηρετήσω τον Λευκό Πύργο, τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο». Μα το Φως, θα το έκαναν στ’ αλήθεια!
«Πώς θα τον υπηρετούσες, Εγκουέν αλ’Βέρ;»
«Με την καρδιά και την ψυχή και τη ζωή μου, ακολουθώντας το Φως. Δίχως φόβους κι εύνοιες, ακολουθώντας το Φως».
«Πού θα τον υπηρετούσες, Εγκουέν αλ’Βέρ;»
Η Εγκουέν πήρε μια βαθιά ανάσα. Ακόμα είχε περιθώριο να δώσει τέλος σ’ αυτή τη βλακεία. Αποκλείεται να την έβαζαν πραγματικά στη... «Στην Έδρα της Άμερλιν, αν συμφωνεί η Αίθουσα του Πύργου». Η ανάσα της πάγωσε. Τώρα ήταν πολύ αργά για να κάνει πίσω. Ίσως ακόμα και τότε στην Καρδιά της Πέτρας να ήταν ήδη αργά.
Η Ντελάνα ήταν η πρώτη που σηκώθηκε, και τη μιμήθηκαν η Κουαμέσα, η Τζάνυα κι οι άλλες, ώσπου οι εννιά Καθήμενες βρέθηκαν να στέκονται μπροστά στις καρέκλες τους, υποδηλώνοντας αποδοχή. Η Ρομάντα ήταν ακόμα ακούνητη στην καρέκλα της. Εννιά από τις δεκαοκτώ. Η αποδοχή έπρεπε να είναι ομόφωνη —η Αίθουσα πάντα ζητούσε την κοινή συναίνεση· στο τέλος, όλες οι ψηφοφορίες ήταν ομόφωνες, αν και καμιά φορά χρειάζονταν πολλές συζητήσεις για να γίνει αυτό— αλλά απόψε δεν θα υπήρχε συζήτηση, πέρα από τις τελετουργικές φράσεις, κι αυτή η ψηφοφορία απείχε μόνο μία ψήφο από την απόρριψη. Η Σέριαμ κι οι υπόλοιπες την είχαν κοροϊδέψει όταν είχε πει πως ίσως να συνέβαινε αυτό, αλλά την είχαν προειδοποιήσει, σχεδόν παρεμπιπτόντως, ότι υπήρχε πιθανότητα να συμβεί. Δεν ήταν απόρριψη, αλλά μια δήλωση ότι οι Καθήμενες που έμεναν στις καρέκλες τους δεν θα ήταν υπάκουα σκυλάκια. Ήταν απλώς μια χειρονομία, μια συμβολική κίνηση, κατά τα λεγόμενα της Σέριαμ, αλλά κοιτώντας τα αυστηρά πρόσωπα της Ρομάντα και της Λελαίν, ελάχιστα ψηλότερα από το γυμνό της στήθος, η Εγκουέν δεν ήταν καθόλου σίγουρη γι’ αυτό. Της είχαν πει, επίσης, ότι θα έμεναν καθιστές το πολύ τρεις ή τέσσερις.