Δίχως λέξη, οι γυναίκες που στέκονταν κάθισαν ξανά. Καμία δεν μίλησε, όμως η Εγκουέν ήξερε τι να κάνει. Το μούδιασμά της είχε εξαφανιστεί.
Σηκώθηκε και πλησίασε την κοντινότερη Καθήμενη, μια στενοπρόσωπη Πράσινη ονόματι Σαμάλιν που είχε παραμείνει στη θέση της. Καθώς η Εγκουέν γονάτιζε ξανά μπροστά στη Σαμάλιν, η Σέριαμ γονάτισε πλάι της, με μια φαρδιά λεκάνη με νερό στα χέρια. Στην επιφάνεια του νερού χόρευαν κυματάκια. Η Σέριαμ φαινόταν ατάραχη και στεγνή, ενώ η Εγκουέν είχε αρχίσει να γυαλίζει από τον ιδρώτα, όμως τα χέρια της Σέριαμ έτρεμαν. Η Μόρβριν γονάτισε κι έδωσε στην Εγκουέν ένα πανί, ενώ η Μυρέλ περίμενε στο πλάι της με πετσέτες στον πήχυ. Η Μυρέλ για κάποιο λόγο φαινόταν θυμωμένη.
«Σε παρακαλώ, επίτρεψέ μου να υπηρετήσω», είπε η Εγκουέν. Κοιτώντας ίσια μπροστά, η Σαμάλιν ύψωσε τα φουστάνια της ως το γόνατο. Τα πόδια της ήταν γυμνά. Η Εγκουέν έπλυνε και σκούπισε κάθε πόδι, και μετά προχώρησε στην επόμενη Πράσινη, μια στρουμπουλή γυναίκα που λεγόταν Μάλιντ. Η Σέριαμ κι οι άλλες τής είχαν πει τα ονόματα όλων των Καθήμενων. «Σε παρακαλώ, επίτρεψέ μου να υπηρετήσω». Η Μάλιντ είχε ωραίο πρόσωπο με σαρκώδη χείλη και μαύρα μάτια που έμοιαζαν μαθημένα στο χαμόγελο, μα τώρα δεν χαμογελούσε. Ήταν μια από κείνες που είχαν σταθεί, μα και τα δικά της πόδια ήταν γυμνά.
Ήταν γυμνά τα πόδια όλων των Καθήμενων, σ’ όλο το γύρο του δωματίου. Καθώς η Εγκουέν έπλενε όλα αυτά τα πόδια, αναρωτήθηκε αν οι Καθήμενες ήξεραν πόσες θα έμεναν όρθιες. Ολοφάνερα ήξεραν ότι κάποιες δεν θα σηκώνονταν, ότι θα απαιτούσαν αυτή την τελετή. Δεν ήξερε περισσότερα για τον τρόπο που λειτουργούσε η Αίθουσα του Πύργου απ’ όσα της είχαν πει σ’ εκείνη τη διάλεξη για μαθητευόμενες. Πρακτικά μιλώντας, δεν ήξερε τίποτα. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να συνεχίσει.
Έπλυνε και σκούπισε και το τελευταίο πόδι —ήταν της Τζάνυα, που έσμιγε τα φρύδια, σαν να σκεφτόταν κάτι ολότελα διαφορετικό· τουλάχιστον αυτή είχε σηκωθεί— και μετά πέταξε το πανί στη λεκάνη, ξαναγύρισε στη θέση της στο τέλος των σειρών από τις καρέκλες και γονάτισε. «Σας παρακαλώ, επιτρέψτε μου να υπηρετήσω». Αλλη μια ευκαιρία.
Για άλλη μια φορά, η Ντελάνα ήταν η πρώτη που σηκώθηκε, όμως τώρα η Σαμάλιν την ακολούθησε αμέσως. Καμία δεν σηκώθηκε με βιάση, όμως μία-μία σηκώθηκαν, ώσπου στο τέλος έμειναν καθιστές μόνο η Λελαίν κι η Ρομάντα, κοιτώντας η μια την άλλη, όχι την Εγκουέν. Στο τέλος, η Λελαίν ανασήκωσε ανεπαίσθητα τους ώμους, σήκωσε χωρίς βιασύνη το πάνω μέρος του φορέματός της και σηκώθηκε. Η Ρομάντα γύρισε το κεφάλι και κοίταξε την Εγκουέν. Έμεινε να την κοιτάζει τόση ώρα, που η Εγκουέν άρχισε να νιώθει τον ιδρώτα που κυλούσε ανάμεσα στα στήθη και κατηφόριζε τα πλευρά της. Στο τέλος, με μεγαλοπρεπή βραδύτητα, η Ρομάντα ξαναντύθηκε και μιμήθηκε τις άλλες. Η Εγκουέν άκουσε μια πνιχτή ανάσα ανακούφισης από πίσω της, όπου περίμεναν η Σέριαμ κι οι υπόλοιπες.
Ακόμα δεν είχαν τελειώσει, φυσικά. Η Ρομάντα κι η Λελαίν ήρθαν μαζί για να την οδηγήσουν στη βαμμένη κίτρινη καρέκλα. Η Εγκουέν στάθηκε μπροστά της, κι οι δύο γυναίκες της ξανασήκωσαν το πάνω μέρος του φορέματος της κι άπλωσαν το επιτραχήλιο της Έδρας της Άμερλιν γύρω από τους ώμους της ενώ τόσο αυτές όσο κι οι άλλες Καθήμενες έλεγαν, «Ανήλθες στην Έδρα της Άμερλιν, στη δόξα του Φωτός, έτσι ώστε ο Λευκός Πύργος να διαρκέσει παντοτινά. Η Εγκουέν αλ’Βέρ, Φύλακας των Σφραγίδων, Φλόγα της Ταρ Βάλον, Έδρα της Άμερλιν». Η Λελαίν έβγαλε το δαχτυλίδι του Μεγάλου Ερπετού από το αριστερό χέρι της Εγκουέν και το έδωσε στη Ρομάντα, η οποία της το πέρασε στο δεξί. «Είθε το Φως να φωτίζει την Έδρα της Άμερλιν και τον Λευκό Πύργο».
Η Εγκουέν έβαλε τα γέλια. Η Ρομάντα βλεφάρισε, η Λελαίν τινάχτηκε, και δεν ήταν οι μόνες που αντέδρασαν. «Μόλις θυμήθηκα κάτι», είπε, και πρόσθεσε, «κόρες μου». Έτσι αποκαλούσαν οι Άμερλιν τις Άες Σεντάι. Αυτό που είχε θυμηθεί ήταν το τι θα έκανε έπειτα. Άθελά της, σκέφτηκε ότι ήταν το αντίτιμο που είχε κάνει πιο εύκολη τη διαδρομή της ταξιδεύοντας μέσω του Τελ’αράν’ριοντ. Η Εγκουέν αλ’Βέρ, Φύλακας των Σφραγίδων, Φλόγα της Ταρ Βάλον, η Έδρα της Άμερλιν, κατάφερε να καθίσει σε κείνη τη σκληρή ξύλινη καρέκλα χωρίς να χαμηλώσει το κορμί της αργά, και χωρίς να μορφάσει. Και τα δύο θεώρησε ότι ήταν θρίαμβος της θέλησης της.
Η Σέριαμ κι η Μυρέλ κι η Μόρβριν προχώρησαν μπροστά —τα γαλήνια πρόσωπά τους δεν αποκάλυπταν τώρα ποια είχε αφήσει μια ανάσα ανακούφισης πριν— κι οι Καθήμενες σχημάτισαν μια ουρά πίσω τους που έφτανε ως την πόρτα. Είχαν μπει με σειρά βάσει της ηλικίας τους, κι η Ρομάντα ήταν τελευταία απ’ όλες.
Η Σέριαμ άπλωσε τα φουστάνια της, κλίνοντας το γόνυ βαθιά. «Σε παρακαλώ, επίτρεψέ μου να υπηρετήσω, Μητέρα».