«Μπορείς να υπηρετήσεις τον Πύργο, κόρη μου», απάντησε η Εγκουέν όσο πιο σοβαρά μπορούσε. Η Σέριαμ της φίλησε το δαχτυλίδι και παραμέρισε, ενώ η Μυρέλ έκανε κι αυτή μια γονυκλισία.
Έτσι προχώρησε όλη η σειρά. Υπήρχαν κάποιες εκπλήξεις στην ιεράρχηση. Καμία από τις Καθήμενες δεν ήταν πραγματικά μικρή, παρ’ όλο που είχαν το γνώριμο πρόσωπο των Άες Σεντάι, όμως η ανοιχτόξανθη Ντελάνα, που η Εγκουέν νόμιζε πως ήταν ηλικιωμένη όσο κι η Ρομάντα, ήταν λιγάκι πιο πριν από τη μέση της σειράς, ενώ η Λελαίν κι η Τζάνυα, ομορφούλες κι οι δύο με μια υποψία γκρίζου μέσα στα μελαχρινά μαλλιά τους, ήταν ακριβώς μπροστά από την ασπρομάλλα Κίτρινη. Καθεμιά πλησίαζε, έκανε τη γονυκλισία της, φιλούσε το δαχτυλίδι της Εγκουέν εντελώς ανέκφραστα —αν και μερικές έριχναν μια ματιά στο φόρεμά της με τις οριζόντιες ρίγες στον ποδόγυρο— κι έβγαιναν από μια πίσω πόρτα του δωματίου δίχως άλλη λέξη. Υπό φυσιολογικές συνθήκες θα γίνονταν κι άλλα, όμως το υπόλοιπο της τελετής θα συνεχιζόταν το ξημέρωμα.
Στο τέλος η Εγκουέν βρέθηκε μόνη με τις τρεις γυναίκες που είχαν συνηγορήσει υπέρ της. Ακόμα δεν ήξερε τι σήμαινε αυτό. Η Μυρέλ πήρε να φέρει μέσα τις άλλες τρεις, ενώ η Εγκουέν σηκωνόταν όρθια. «Τι θα συνέβαινε αν δεν σηκωνόταν η Ρομάντα;» Θεωρητικά θα υπήρχε άλλη μια ευκαιρία, άλλος ένας γύρος στον οποίο θα ξανάπλενε τα πόδια τους και θα ζητούσε να της επιτραπεί να υπηρετήσει, αλλά δεν ήταν σίγουρη ότι θα υπήρχε και τρίτος γύρος, αν η Ρομάντα την καταψήφιζε για δεύτερη φορά.
«Τότε, πιθανότατα θα γινόταν Άμερλιν η ίδια ύστερα από λίγες μέρες», απάντησε η Σέριαμ. «Ή αυτή ή η Λελαίν».
«Δεν εννοούσα αυτό», είπε η Εγκουέν. «Τι θα συνέβαινε σε μένα; Θα ξαναγινόμουν Αποδεχθείσα;» Η Ανάγια κι οι άλλες ήρθαν βιαστικά, χαμογελαστές, κι η Μυρέλ βοήθησε την Εγκουέν να βγάλει το λευκό φόρεμα με τις ρίγες και να βάλει ένα ανοιχτοπράσινο μεταξωτό που θα το φορούσε ίσα-ίσια για να φτάσει στο κρεβάτι της. Ήταν αργά, όμως η Άμερλιν δεν μπορούσε να τριγυρνά με το φόρεμα μιας Αποδεχθείσας.
«Πιθανότατα», απάντησε η Μόρβριν έπειτα από μια στιγμούλα. «Δεν ξέρω αν θα ήταν τύχη κάτι τέτοιο ή όχι, το να είσαι μια Αποδεχθείσα που όλες οι Καθήμενες θα ήξεραν ότι παραλίγο θα γινόσουν Έδρα της Άμερλιν».
«Ελάχιστες φορές έχει συμβεί», είπε η Μπεόνιν, «όμως μια γυναίκα που αρνείται την Έδρα της Άμερλιν συνήθως εξορίζεται. Η Αίθουσα επιδιώκει την αρμονία και μια τέτοια γυναίκα άθελά της θα ήταν πηγή αναταραχής».
Η Σέριαμ κοίταξε κατάματα την Εγκουέν, σαν να ήθελε να χαράξει τα λόγια στο μυαλό της. «Σίγουρα θα εξοριζόμασταν. Θα ήταν βέβαιο για τη Μυρέλ, τη Μόρβριν κι εμένα, εφόσον συνηγορήσαμε υπέρ σου, και πιθανόν επίσης για την Καρλίνυα, την Μπεόνιν και την Ανάγια». Άστραψε ένα άξαφνο χαμόγελο. «Μα δεν έγινε έτσι. Η νέα Άμερλιν υποτίθεται πως περνά την πρώτη νύχτα της με διαλογισμό και προσευχή, όμως όταν η Μυρέλ τελειώσει μ’ αυτά τα κουμπιά, ίσως θα ήταν καλύτερο να περάσουμε ένα μέρος της βραδιάς λέγοντάς σου πώς έχει η κατάσταση στο Σαλιντάρ».
Όλες την κοίταζαν. Η Μυρέλ ήταν πίσω της, κουμπώνοντας το τελευταίο κουμπί, όμως η Εγκουέν ένιωθε το βλέμμα της γυναίκας πάνω της. «Ναι. Ναι, νομίζω πως αυτό είναι το καλύτερο».
36
Η Εκλογή της Άμερλιν
Η Εγκουέν σήκωσε το κεφάλι από χα μαξιλάρια και κοίταξε ολόγυρα, ξαφνιασμένη για μια στιγμή καθώς ανακάλυπτε πως βρισκόταν σε ένα κρεβάτι με ουρανό σε ένα μεγάλο δωμάτιο. Το πρωινό φως χυνόταν από τα παράθυρα και μια παχουλή, νόστιμη γυναίκα με απλό γκρίζο μάλλινο φόρεμα άφηνε μια μεγάλη λευκή κανάτα με καυτό νερό στο τραπεζάκι του λαβομάνου. Την έλεγαν Τσέσα και της την είχαν παρουσιάσει την προηγούμενη νύχτα ως υπηρέτριά της. Ως υπηρέτρια της Άμερλιν. Ήδη υπήρχε ένας σκεπασμένος δίσκος πλάι στη χτένα και τη βούρτσα της σε ένα στενό τραπεζάκι κάτω από έναν καθρέφτη με ασημοστολισμένη κορνίζα. Στον αέρα πλανιόταν η μυρωδιά του ζεστού ψωμιού και των βραστών αχλαδιών.
Η Ανάγια είχε ετοιμάσει το δωμάτιο για τον ερχομό της Εγκουέν. Τα έπιπλα ήταν παράταιρα κι εδώ, όμως ήταν τα καλύτερα που είχε να προσφέρει το Σαλιντάρ, από τη μαλακή πολυθρόνα που ήταν ντυμένη με πράσινο μετάξι, ως τον όρθιο καθρέφτη στη γωνία με τα επίχρυσα στολίσματά του άθικτα και την περίτεχνα σμιλεμένη ντουλάπα όπου κρέμονταν τώρα τα υπάρχοντά της. Δυστυχώς, το γούστο της Ανάγια έτεινε προς τις δαντέλες και τα πλισέ, εκ των οποίων υπήρχε πλήθος στην μπορντούρα του ουρανού του κρεβατιού και τις τραβηγμένες κουρτίνες του και ή οι μεν ή τα δε στόλιζαν το τραπέζι και το σκαμνί του, τα μπράτσα και τα πόδια της πολυθρόνας, το στρωσίδι που είχε πετάξει η Εγκουέν στο πάτωμα, και το λεπτό μεταξωτό σεντόνι που το είχε ακολουθήσει. Οι κουρτίνες στα παράθυρα ήταν κι αυτές όλο δαντέλα. Η Εγκουέν ξανάκρυψε το κεφάλι της. Υπήρχαν δαντέλες και στις άκρες του μαξιλαριού επίσης. Το δωμάτιο της έδινε την αίσθηση ότι θα πνιγόταν μέσα στη δαντέλα.