Είχαν κάνει μεγάλη συζήτηση όταν η Σέριαμ κι οι άλλες την είχαν φέρει εδώ από τον Μικρό Πύργο, όπως τον ονόμαζαν, και κυρίως είχαν μιλήσει εκείνες. Δεν τις πολυενδιέφερε τι σκάρωνε ο Ραντ και τι μπορεί να ήθελαν η Κόιρεν κι οι άλλες. Υπήρχε αντιπροσωπεία των Άες Σεντάι καθ’ οδόν προς το Κάεμλυν με επικεφαλής τη Μεράνα και ήξεραν τι θα έκαναν, αν κι η Σέριαμ με τις άλλες δεν ήταν συγκεκριμένες περί του τι ακριβώς θα ήταν αυτό. Κυρίως μιλούσαν αυτές κι η ίδια καθόταν κι άκουγε, ενώ αγνοούσαν τις ερωτήσεις της. Μερικές απαντήσεις ήταν ασήμαντες, της είχαν πει, τουλάχιστον προς το παρόν· στις άλλες που απάντησαν, είχαν ωραιοποιήσει βιαστικά τα πράγματα πριν προχωρήσουν στα σημαντικά. Το Σαλιντάρ είχε στείλει αντιπροσωπείες σε όλους τους κυβερνήτες και τις κυβερνήτριες, και τους είχαν αναφέρει όλους ονομαστικά στην Εγκουέν, εξηγώντας γιατί ο ένας ή η άλλη έπαιζαν ζωτικό ρόλο στον αγώνα του Σαλιντάρ, ενώ φαινόταν πως όλοι μα όλοι ήταν σημαντικοί. Δεν είχαν φτάσει στο σημείο να πουν πως θα αποτύγχαναν, αν έστω κι ένας από τους μονάρχες στρεφόταν εναντίον τους, όμως αυτό άφηνε να εννοηθεί η έμφαση με την οποία τοποθετούσαν το ζήτημα. Ο Γκάρεθ Μπράυν ετοίμαζε στρατό που στο τέλος θα ήταν αρκετά ισχυρός για να επιβάλει τις διεκδικήσεις τους —τις διεκδικήσεις της— εναντίον της Ελάιντα, αν κατέληγαν σε κάτι τέτοιο. Δεν πίστευαν ότι τα πράγματα θα έφταναν ως εκεί, παρ’ όλο που η Ελάιντα είχε απαιτήσει να επιστρέψουν στον Πύργο· έμοιαζαν να πιστεύουν ότι μόλις διαδιδόταν η είδηση της εκλογής της Εγκουέν αλ’Βέρ στην Έδρα της Άμερλιν, οι Άες Σεντάι θα έρχονταν με το μέρος της, ακόμα και μερικές από κείνες που τώρα ήταν στον Πύργο, και θα ήταν τόσες που η Ελάιντα δεν θα είχε άλλη επιλογή από το να παρατηθεί όταν θα της το απαιτούσαν. Οι Λευκομανδίτες χρονοτριβούσαν για κάποιο λόγο, κι έτσι το Σαλιντάρ ήταν ασφαλές για όσο καιρό χρειάζονταν. Το ότι είχε Θεραπευθεί κι ο Λογκαίν εκτός από τη Σιουάν —κι η Ληάνε· φυσικά και θα είχε Θεραπευθεί, αφού ήταν εκεί· η Εγκουέν απλώς είχε ξαφνιαστεί μαθαίνοντας ότι η Ληάνε ήταν εκεί— μνημονεύθηκε σχεδόν παρεμπιπτόντως.
«Μη σε μέλλει αυτό», είπε η Σέριαμ προσπαθώντας να τη γαληνέψει. Στεκόταν πάνω από την Εγκουέν, η οποία καθόταν στη μαλακή πολυθρόνα, με τις άλλες σε ημικύκλιο γύρω της. «Η Αίθουσα θα συζητήσει αν θα τον ξαναειρηνέψουν κι η συζήτηση θα τραβήξει μέχρι που τα γηρατειά του να μας λύσουν το πρόβλημα».
Η Εγκουέν προσπάθησε να πνίξει άλλο ένα χασμουρητό —η ώρα ήταν περασμένη— κι η Ανάγια είπε, «Πρέπει να την αφήσουμε να κοιμηθεί. Αύριο η μέρα θα είναι σχεδόν εξίσου σημαντική με τη σημερινή, παιδί μου». Ξαφνικά, γέλασε απαλά. «Μητέρα. Κι αύριο θα είναι μια σημαντική μέρα, Μητέρα. Θα στείλουμε την Τσέσα να σε βοηθήσει να ετοιμαστείς για ύπνο».
Ακόμα κι όταν αυτές έφυγαν, δεν ήταν τόσο εύκολο να πέσει στο κρεβάτι. Ενώ η Τσέσα ακόμα ξεκούμπωνε το φόρεμα της Εγκουέν, εμφανίστηκε η Ρομάντα με μερικές προτάσεις για την Άμερλιν, απαγγέλοντάς τις με σθεναρή, αγέλαστη φωνή, και μόλις εκείνη έφυγε, ήρθε κι η Λελαίν, λες κι οι Γαλάζιες αδελφές περίμεναν την αναχώρηση της Κίτρινης. Η Λελαίν είχε κι αυτή τις δικές της συμβουλές για να τη βοηθήσει, και τις έδωσε με την Εγκουέν να κάθεται στο κρεβάτι, ενώ είχε διώξει ευγενικά, αλλά χωρίς να δέχεται αντιρρήσεις την Τσέσα από το δωμάτιο. Οι συμβουλές της δεν έμοιαζαν διόλου με τις συμβουλές της Ρομάντα —που κι εκείνες δεν έμοιαζαν καθόλου με τις Σέριαμ— και τις συνόδευε ένα ζεστό, τρυφερό θα ’λεγες χαμόγελο, όμως με την ίδια βεβαιότητα ότι η Εγκουέν θα χρειαζόταν κάποια καθοδήγηση τους πρώτους μήνες της. Καμία από τις δύο δεν είπε ξεκάθαρα ότι θα καθοδηγούσε την Εγκουέν προς το καλό του Πύργου καλύτερα από τη Σέριαμ, ούτε ότι η Σέριαμ κι ο κύκλος της θα παρέσυρε την Εγκουέν προς πολλές αντιφατικές κατευθύνσεις ή ότι θα πρόσφεραν κακές συμβουλές, όμως το άφησαν να εννοηθεί εντόνως. Επίσης, η Ρομάντα κι η Λελαίν υπαινίχθηκαν κάθε μία για την άλλη ότι είχε τους δικούς της απώτερους σκοπούς, οι οποίοι δίχως αμφιβολία θα προκαλούσαν ανείπωτη δυστυχία.
Όταν πια η Εγκουέν έσβησε διαβιβάζοντας και την τελευταία λάμπα, περίμενε ότι θα βυθιζόταν σ’ έναν ύπνο γεμάτο εφιάλτες. Στην πραγματικότητα, όμως, είδε μόνο δύο, απ’ όσο μπορούσε να θυμηθεί το άλλο πρωί. Στον ένα, είχε γίνει Άμερλιν —Άες Σεντάι, αλλά χωρίς να δώσει τους όρκους— κι όλες οι πράξεις της οδηγούσαν στον όλεθρο. Αυτό την έκανε να ξυπνήσει και να ανασηκωθεί απότομα στο κρεβάτι, μόνο και μόνο για να ξεφύγει, αλλά ήταν σίγουρη πως δεν επρόκειτο για όνειρο που είχε σημασία. Έμοιαζε με τις εμπειρίες της μέσα στο τερ’ανγκριάλ όπου είχε δοκιμαστεί για να γίνει Αποδεχθείσα· απ’ όσο ήταν γνωστό, αυτές οι εμπειρίες δεν είχαν καμία σχέση με την πραγματικότητα. Τουλάχιστον, με αυτή την πραγματικότητα. Το άλλο όνειρο ήταν από τις ανοησίες που περίμενε· τώρα το καταλάβαινε, έχοντας μάθει αρκετά για τα όνειρά της, παρ’ όλο που είχε χρειαστεί να ξυπνήσει για να ξεφύγει κι απ’ αυτό. Η Σέριαμ της είχε αρπάξει το επιτραχήλιο από τους ώμους κι όλοι γελούσαν μαζί της κι έδειχναν την ανόητη που είχε πιστέψει πως μια κοπελίτσα που καλά-καλά δεν ήταν δεκαοκτώ χρόνων μπορούσε να γίνει Άμερλιν. Δεν γελούσαν μόνο οι Άες Σεντάι αλλά κι όλες οι Σοφές, ο Ραντ κι ο Πέριν κι ο Ματ, κι η Νυνάβε κι η Ηλαίην, σχεδόν όλοι όσους είχε συναντήσει ποτέ, ενώ εκείνη στεκόταν εκεί ολόγυμνη, προσπαθώντας απελπισμένα να φορέσει ένα φόρεμα Αποδεχθείσας που ταίριαζε μάλλον σε δεκάχρονο κοριτσάκι.