Выбрать главу

«Δεν γίνεται να είσαι ξαπλωμένη στο κρεβάτι όλη μέρα, Μητέρα».

Η Εγκουέν άνοιξε τα μάτια.

Η Τσέσα είχε μια έκφραση προσποιητής αυστηρότητας στο πρόσωπο κι ένα λαμπύρισμα στα μάτια. Είχε τουλάχιστον τα διπλά χρόνια από την Εγκουέν κι από την πρώτη συνάντηση του είχε δείξει το σεβασμό ανάμικτο με οικειότητα που θα περίμενε κανείς από έναν παλιό υπηρέτη. «Η Έδρα της Άμερλιν δεν μπορεί να κάτσει και να χουζουρεύει, ειδικά τη σήμερον ημέρα».

«Είναι το τελευταίο που θα σκεφτόμουν». Η Εγκουέν κατέβηκε μουδιασμένα από το κρεβάτι και τανύστηκε πριν βγάλει το ιδρωμένο μισοφόρι της. Ανυπομονούσε να δουλέψει αρκετά με τη Δύναμη, ώστε να μάθει πώς να μην ιδρώνει. «Θα φορέσω το γαλάζιο μεταξωτό με τα άσπρα λουλουδάκια στο λαιμό». Παρατήρησε ότι η Τσέσα απέφευγε επιμελώς να την κοιτάξει καθώς της έδινε ένα φρέσκο μισοφόρι. Τα αποτελέσματα που είχαν μείνει από το ξεπλήρωμα του τοχ της είχαν ξεθωριάσει λιγάκι, όμως ακόμα έδειχνε να έχει αμυδρές μελανιές. «Έπαθα ένα ατύχημα πριν έρθω», είπε, κι έχωσε βιαστικά το κεφάλι στο καθαρό μισοφόρι.

Η Τσέσα ένευσε, δείχνοντας ξαφνικά να καταλαβαίνει. «Τα άλογα είναι πονηρά ζώα, δεν είναι να τους έχεις εμπιστοσύνη. Εγώ δεν πρόκειται να καβαλήσω ποτέ άλογο, Μητέρα. Ένα ωραίο, γερό κάρο έχει πιο πολλή ασφάλεια. Αν έπεφτα από άλογο με τέτοιον τρόπο, δεν θα το έλεγα πουθενά. Να δεις τι πράγματα θα έλεγε η Νίλντρα, κι όσο για την Κέηλιν... Α, δεν μπορείς να πιστέψεις τι μπορούν να πουν σε βάρος σου μερικές γυναίκες μόλις τους γυρίσεις την πλάτη. Φυσικά, για την Έδρα της Άμερλιν είναι αλλιώτικα, αλλά εγώ αυτό θα έκανα». Κρατώντας ανοιχτή την πόρτα της ντουλάπας, έριξε μια λοξή ματιά στην Εγκουέν για να δει αν καταλάβαινε.

Η Εγκουέν της χαμογέλασε. «Οι άνθρωποι είναι ίδιοι, κι οι μεγάλοι κι οι ταπεινοί», είπε με σοβαρότητα.

Η Τσέσα έλαμψε για μια στιγμή πριν βγάλει το γαλάζιο φόρεμα. Μπορεί να την είχε διαλέξει η Σέριαμ, αλλά ήταν η υπηρέτρια της Έδρα της Άμερλιν, κι όφειλε υπακοή στην Έδρα της Άμερλιν. Επίσης είχε δίκιο για τη σημασία της σημερινής μέρας.

Η Εγκουέν έφαγε γρήγορα —παρ’ όλο που η Τσέσα μονολογούσε μουρμουριστά ότι σου χαλούσε το στομάχι όταν κατάπινες αμάσητο το φαγητό σου· το ζεστό γάλα με το μέλι και τα μπαχαρικά ήταν ό,τι έπρεπε για να καταπραΰνει το σφιγμένο της στομάχι— και μετά έπλυνε τα δόντια της και πλύθηκε βιαστικά, αφήνοντας την Τσέσα να της βουρτσίσει βιαστικά τα μαλλιά, και ντύθηκε βάζοντας όσο πιο γρήγορα μπορούσε το γαλάζιο φόρεμα. Έσιαξε το επτάριγο επιτραχήλιο στους ώμους της και κοντοστάθηκε για να κοιτάξει τον όρθιο καθρέφτη. Είτε χωρίς το επιτραχήλιο είτε με αυτό, δεν έμοιαζε πολύ με Έδρα της Άμερλιν. Αλλά είμαι. Δεν είναι όνειρο αυτό.

Στο μεγάλο δωμάτιο από κάτω, τα τραπέζια ήταν άδεια όπως και τη νύχτα. Μόνο οι Καθήμενες ήταν εκεί, φορώντας τα επώμιά τους και συγκεντρωμένες κατά Άτζα, με τη Σέριαμ να στέκει μόνη της. Ησύχασαν καθώς η Εγκουέν κατέβαινε τα σκαλιά, έκλιναν το γόνυ όταν έφτασε στο τελευταίο. Η Ρομάντα κι η Λελαίν της έριξαν μια αιχμηρή ματιά και μετά στράφηκαν αλλού, φροντίζοντας να μην κοιτάξουν τη Σέριαμ, και συνέχισαν τη συζήτησή τους. Όταν η Εγκουέν έμεινε σιωπηλή, οι άλλες τη μιμήθηκαν. Μερικές την κοίταζαν. Ακόμα κι όταν ψιθύριζαν, οι φωνές τους ηχούσαν εξαιρετικά δυνατές. Έξω επικρατούσε ησυχία· απόλυτη σιγή. Η Εγκουέν έβγαλε το μαντίλι από το μανίκι της και σφούγγισε το πρόσωπό της. Οι άλλες δεν έχυναν ούτε μια στάλα ιδρώτα.

Η Σέριαμ ήρθε και στάθηκε δίπλα της. «Όλα θα πάνε καλά», είπε μαλακά. «Απλώς να θυμάσαι αυτά που έχεις να πεις». Ήταν κάτι ακόμα που είχαν συζητήσει επί μακρόν την προηγούμενη νύχτα· η Εγκουέν είχε να δώσει λόγο σήμερα το πρωί.