Η Εγκουέν ένευσε. Ήταν παράξενο. Κανονικά το στομάχι της θα έπρεπε να ήταν ανακατεμένο, τα γόνατά της να τρέμουν. Αλλά τίποτα απ’ αυτά δεν γινόταν, και δεν καταλάβαινε γιατί.
«Δεν υπάρχει λόγος να είσαι ταραγμένη», είπε η Σέριαμ. Ο τόνος της έδειχνε ότι πίστευε πως η Εγκουέν ήταν ταραγμένη κι ήθελε να την ηρεμήσει, αλλά πριν προλάβει να ξανανοίξει το στόμα της, η Ρομάντα μίλησε δυνατά.
«Είναι ώρα».
Με τα φουστάνια τους να θροΐζουν, οι Καθήμενες παρατάχθηκαν κατά ηλικία, με τη Ρομάντα επικεφαλής αυτή τη φορά, και βγήκαν έξω σχηματίζοντας πομπή. Η Εγκουέν πλησίασε κοντά στην πόρτα. Ακόμα δεν ένιωθε καθόλου ταραχή. Ίσως η Τσέσα να είχε δίκιο για το ζεστό γάλα.
Η σιωπή κράτησε λίγο ακόμα, και μετά ακούστηκε η φωνή της Ρομάντα, αφύσικα δυνατή. «Έχουμε Έδρα της Άμερλιν».
Η Εγκουέν βγήκε έξω στη ζέστη, η οποία κανονικά θα έπρεπε να ερχόταν αργότερα μέσα στην ημέρα. Όταν το πόδι της πέρασε το κατώφλι, πάτησε μια εξέδρα φτιαγμένη από Αέρα. Οι σειρές των Καθήμενων εκτείνονταν δεξιά κι αριστερά της και κάθε Καθήμενη έλαμπε με το φως του σαϊντάρ.
«Η Εγκουέν αλ’Βέρ», ανακοίνωσε η Ρομάντα, με τη φωνή της να μεταφέρεται από την ύφανση της Δύναμης, «η Φύλακας των Σφραγίδων, η Φλόγα της Ταρ Βάλον, η Έδρα της Άμερλιν».
Τη σήκωσαν ψηλά καθώς μιλούσε η Ρομάντα, υψώνοντας την Άμερλιν, ώσπου βρέθηκε να στέκεται λίγο πιο κάτω από την καλαμοσκεπή, μοιάζοντας για όλους, εκτός από τις γυναίκες που μπορούσαν να διαβιβάσουν, ότι πατούσε στον αέρα.
Υπήρχε αρκετός κόσμος που την έβλεπε να διαγράφεται στον ήλιο που σηκωνόταν· μια δεύτερη ύφανση έκανε το φως να σχηματίσει ένα τρεμουλιαστό πλέγμα γύρω της. Ο δρόμος γέμισε άνδρες και γυναίκες. Το πλήθος ξεχείλιζε πίσω από τις γωνίες. Όλα τα κατώφλια είχαν γεμίσει, όλα τα παράθυρα, όλες οι στέγες εκτός από εκείνη του ίδιου του Μικρού Πύργου. Ένα μουγκρητό ήχησε που σχεδόν έπνιξε τα λόγια της Ρομάντα, κύματα ζητωκραυγών που εξαπλώθηκαν στο χωριό. Η Εγκουέν χτένισε το πλήθος με το βλέμμα, ψάχνοντας τη Νυνάβε και την Ηλαίην, αλλά δεν μπόρεσε να τις βρει στη θάλασσα των υψωμένων προσώπων. Της φάνηκε ότι πέρασαν αιώνες μέχρι να επικρατήσει ησυχία για να μιλήσει. Η ύφανση που είχε μεταφέρει τη φωνή της Ρομάντα τώρα στράφηκε σ’ αυτήν.
Της είχαν ετοιμάσει το λόγο που θα έλεγε, η Σέριαμ κι οι άλλες, όλο βαρυσήμαντες νουθεσίες που θα μπορούσε να τον απαγγείλει χωρίς να κοκκινίσει αν είχε τα διπλάσια χρόνια απ’ όσα είχε ή, ακόμα καλύτερα, τα τριπλάσια. Είχε κάνει μερικές δικές της αλλαγές. «Συγκεντρωθήκαμε σε μια αναζήτηση της αλήθειας και της δικαιοσύνης, που δεν πρόκειται να τελειώσει μέχρι να απομακρυνθεί η ψεύτικη Άμερλιν, η Ελάιντα, από το αξίωμα που σφετερίστηκε». Η μόνη αλλαγή εδώ ήταν που είχε πει «δεν πρόκειται να τελειώσει» αντί για το «δεν μπορεί να τελειώσει», αλλά της φαινόταν έτσι δυνατότερο και καλύτερο. Τόση νουθεσία αρκούσε· εν πάση περιπτώσει, δεν είχε την πρόθεση να μείνει εκεί πάνω μέχρι να επαναλάβει όσα ήθελαν οι άλλες να πει. Στο κάτω-κάτω, όλα συνοψίζονταν σε αυτά που είχε ήδη πει. «Ως Τηρήτρια των Χρονικών, ονομάζω τη Σέριαμ Μπαγιανάρ».
Οι ζητωκραυγές που ακολούθησαν ήταν λιγότερες· στο κάτω-κάτω, η Τηρήτρια δεν ήταν Άμερλιν. Η Εγκουέν έριξε μια ματιά κάτω και περίμενε μέχρι που είδε τη Σέριαμ να βγαίνει τρέχοντας έξω, ανεβάζοντας στους ώμους το επιτραχήλιο της Τηρήτριας, που ήταν γαλάζιο για να δείχνει ότι είχε αναδειχθεί από το Γαλάζιο Άτζα. Είχαν αποφασίσει να μη φτιάξουν αντίγραφο της ράβδου της Άμερλιν με τη χρυσή φλόγα στην κορυφή που έφερε η Τηρήτρια· μέχρι τη στιγμή που θα ξαναέβρισκαν την πραγματική ράβδο από τον Λευκό Πύργο, θα τα έβγαζαν πέρα και χωρίς αυτή. Η Σέριαμ περίμενε ότι θα είχε περισσότερο χρόνο, και κοίταξε την Εγκουέν με απροκάλυπτη αγανάκτηση. Στις σειρές των Καθήμενων, η Ρομάντα κι η Λελαίν δεν φανέρωναν την παραμικρή έκφραση· η καθεμιά τους είχε προτείνει σθεναρά τη δική της Τηρήτρια, και, περιττό να ειπωθεί, στις προτάσεις τους δεν συγκαταλεγόταν η Σέριαμ.
Η Εγκουέν πήρε μια βαθιά ανάσα και στράφηκε στο πλήθος που περίμενε. «Προς τιμήν αυτής της μέρας, κηρύσσω την απαλλαγή όλων των Αποδεχθεισών και των μαθητευόμενων από τιμωρίες κι επιτίμια». Αυτό ίσχυε κατά το έθιμο και προκάλεσε κραυγές χαράς μόνο από τις λευκοντυμένες κοπέλες και λίγες Αποδεχθείσες που ξεχάστηκαν. «Προς τιμήν αυτής της μέρας, κηρύσσω ότι η Τέοντριν Νταμπέι, η Φαολάιν Οράντε, η Νυνάβε αλ’Μεάρα κι η Ηλαίην Τράκαντ από αυτή τη στιγμή ενδύονται το επώμιο, ως πλήρεις αδελφές και Άες Σεντάι». Μια σιωπή όλο απορία απάντησε σ’ αυτό, με κάποια μουρμουρητά εδώ κι εκεί. Αυτό δεν συμφωνούσε καθόλου με το έθιμο· κάθε άλλο. Μα το είχε πει πια, κι ευτυχώς που η Μόρβριν είχε τύχει να αναφέρει την Τέοντριν και τη Φαολάιν. Ήταν ώρα να επιστρέψει σ’ αυτό που της είχαν γράψει. «Κηρύσσω τη σημερινή μέρα, μέρα γιορτής και γλεντιού. Ας μη γίνουν άλλες δουλειές παρά μόνο όσες είναι αναγκαίες για τον εορτασμό. Είθε το Φως να σας φωτίζει όλους, και το χέρι του Δημιουργού να σας προστατεύει». Τα τελευταία λόγια της τα κατάπιε ένας ορυμαγδός που έπνιξε την ύφανση που μετέφερε τη φωνή της. Μερικοί άρχισαν να χορεύουν στο δρόμο την ίδια στιγμή, αν και σχεδόν δεν είχε χώρο να σαλέψουν.