Выбрать главу

Η εξέδρα του Αέρα χαμήλωσε λιγάκι πιο γρήγορα ίσως απ’ όσο είχε υψωθεί. Οι Καθήμενες την κοίταζαν όταν κατέβηκε, κι η λάμψη του σαϊντάρ άρχισε να σβήνει από πάνω τους σχεδόν πριν πατήσει το πόδι της στο χώμα.

Η Σέριαμ όρμηξε να αρπάξει την Εγκουέν από το μπράτσο, χαμογελώντας προς τις Καθήμενες με τα βλοσυρά πρόσωπα. «Πρέπει να δείξω στην Άμερλιν το γραφείο της. Συγχωρέστε με». Η Εγκουέν δεν θα έλεγε ότι η Σέριαμ την έσυρε μέσα, αλλά και δεν θα έλεγε ότι δεν την είχε σύρει. Δεν φανταζόταν ότι η Σέριαμ θα προσπαθούσε στ’ αλήθεια να την τραβολογήσει, αλλά της φάνηκε προτιμότερο να μαζέψει τα φουστάνια της με το ελεύθερο χέρι και να προχωρήσει με πιο μεγάλες δρασκελιές για να μην μάθει αν ήταν έτσι.

Το γραφείο της, στο πίσω μέρος της αίθουσας αναμονής, αποδείχθηκε πως ήταν κάπως μικρότερο από την κρεβατοκάμαρα της· υπήρχαν δύο παράθυρα, ένα τραπεζάκι για να γράφει με μια καρέκλα με ίσια ράχη πίσω του και δύο άλλες μπροστά. Τίποτα άλλο. Τις γεμάτες τρύπες από τα σκαθάρια επενδύσεις των τοίχων τις είχαν τρίψει με κερί για να γυαλίζουν μουντά, όμως το τραπεζάκι ήταν άδειο. Στο πάτωμα υπήρχε ένα λουλουδάτο χαλί.

«Συγχώρεσέ με αν ήμουν απότομη, Μητέρα», είπε η Σέριαμ, αφήνοντας το μπράτσο της, «αλλά σκέφτηκα ότι πρέπει να μιλήσουμε κατ’ ιδίαν πριν μιλήσεις με κάποια Καθήμενη. Όλες έβαλαν το χεράκι τους για να γραφτεί ο λόγος σου, και—»

«Ξέρω ότι έκανα μερικές αλλαγές», είπε η Εγκουέν με ένα λαμπερό χαμόγελο, «αλλά ένιωσα χαζή έτσι που στεκόμουν εκεί ψηλά με τόσα να πω». Όλες είχαν βάλει ένα χεράκι; Δεν ήταν παράξενο πως ο λόγος θύμιζε στομφώδη γριά που δεν έλεγε να κλείσει το στόμα της. Παραλίγο θα έβαζε τα γέλια. «Εν πάση περιπτώσει, είπα ό,τι έπρεπε να ειπωθεί, την ουσία του ζητήματος. Η Ελάιντα πρέπει να καθαιρεθεί, και σ’ αυτό θα τις οδηγήσω εγώ».

«Ναι», είπε αργά η Σέριαμ, «αλλά ίσως να υπάρξουν ερωτήσεις για κάποιες από τις άλλες... αλλαγές. Η Τέοντριν κι η Φαολάιν οπωσδήποτε θα γίνουν Άες Σεντάι μόλις ξαναπάρουμε τον πύργο και τη Ράβδο των Όρκων, πιθανότατα κι η Ηλαίην, όμως η Νυνάβε ακόμα δεν μπορεί ούτε κερί να ανάψει αν δεν εκνευριστεί πρώτα».

«Αυτό ακριβώς ήθελα να θέσω», είπε η Ρομάντα, μπαίνοντας χωρίς να χτυπήσει. «Μητέρα», πρόσθεσε, μετά από μια εσκεμμένη παύση. Η Λελαίν έκλεισε την πόρτα πίσω τους, σχεδόν κατάμουτρα στις άλλες Καθήμενες.

«Μου φάνηκε αναγκαίο», είπε η Εγκουέν, ανοίγοντας διάπλατα τα μάτια. «Το σκέφτηκα χθες το βράδυ. Έγινα Άες Σεντάι χωρίς να δοκιμαστώ και χωρίς να δώσω τους Τρεις Όρκους, κι αν ήμουν η μοναδική, τότε θα ήμουν δακτυλοδεικτούμενη. Μαζί με άλλες τέσσερις, δεν θα ξεχωρίζω πια. Τουλάχιστον για τους ανθρώπους εδώ. Η Ελάιντα ίσως προσπαθήσει να το εκμεταλλευτεί όταν το ακούσει, αλλά ο περισσότερος κόσμος ξέρει τόσα λίγα για τις Άες Σεντάι που δεν θα ξέρει τι να πιστέψει. Τη μεγαλύτερη σημασία έχουν οι άνθρωποι που είναι εδώ. Πρέπει να μου έχουν εμπιστοσύνη».

Αν δεν ήταν Άες Σεντάι, θα έμεναν με το στόμα να χάσκει. Η Ρομάντα μάλιστα φαινόταν ότι είχε καταπιεί τη γλώσσα της.

«Μπορεί να είναι έτσι», άρχισε να λέει με έντονο τόνο η Λελαίν, τινάζοντας το επώμιο της με τα γαλάζια κρόσσια, και μετά σταμάτησε. Ήταν έτσι. Πέραν αυτού, η Έδρα της Άμερλιν είχε αναγορεύσει αυτές τις γυναίκες δημοσίως Άες Σεντάι. Η Αίθουσα ίσως κατόρθωνε να τις κρατήσει στο επίπεδο των Αποδεχθεισών —ή, στην περίπτωση της Τέοντριν και της Φαολάιν, ό,τι ήταν αυτές— όμως η Αίθουσα δεν μπορούσε να σβήσει τις αναμνήσεις κι όλοι θα ήξεραν ότι είχε εναντιωθεί στην Άμερλιν την πρώτη μέρα της. Αυτό θα έκανε θαύματα ως προς το αίσθημα ασφάλειας του κόσμου.

«Ελπίζω, Μητέρα», είπε η Ρομάντα με τεταμένη φωνή, «ότι την επόμενη φορά θα συμβουλευτείς πρώτα την Αίθουσα. Το να τα βάζεις με το έθιμο μπορεί να έχει αναπάντεχες συνέπειες».

«Το να τα βάζεις με το νόμο μπορεί να έχει ατυχείς συνέπειες», είπε ωμά η Λελαίν, προσθέτοντας καθυστερημένα ένα «Μητέρα». Όλα αυτά ήταν βλακείες ή σχεδόν βλακείες. Ήταν αλήθεια ότι οι όροι για να γίνει κάποια Άες Σεντάι ήταν θέμα νόμου, όμως η Άμερλιν μπορούσε να διατάξει σχεδόν ό,τι επιθυμούσε. Πάντως, μια σοφή Άμερλιν δεν ορμούσε σε μάχες με την Αίθουσα όταν μπορούσε να τις αποφύγει.