Выбрать главу

«Α, μα θα τη συμβουλεύομαι στο μέλλον», τους είπε η Εγκουέν με ειλικρινές ύφος. «Αλλά μου φάνηκε ότι ήταν κάτι σωστό που έπρεπε να γίνει. Σας παρακαλώ, μπορείτε να με συγχωρήσετε τώρα; Πρέπει να μιλήσω με την Τηρήτρια».

Οι δύο γυναίκες σχεδόν άφρισαν. Έκαναν μια αμελητέα γονυκλισία κι οι τυπικότητες του αποχαιρετισμού τους ήταν σωστές όσον αφορά στα λόγια, μα η Ρομάντα τα είχε ξεστομίσει μασημένα κι η Λελαίν κοφτά σαν αιχμή μαχαιριού.

«Καλά το χειρίστηκες αυτό», είπε η Σέριαμ όταν έφυγαν. Φαινόταν ξαφνιασμένη. «Αλλά πρέπει να θυμάσαι ότι η Αίθουσα μπορεί να φέρει προσκόμματα σε κάθε Άμερλιν. Ένας λόγος που είμαι Τηρήτριά σου είναι για να μπορώ να σε συμβουλεύω, και να σε κρατώ σε απόσταση από τέτοια προβλήματα. Θα πρέπει να με ρωτάς για ό,τι διακηρύξεις θέλεις να κάνεις. Κι αν δεν είμαι πρόχειρη, ρώτα τη Μυρέλ και τη Μόρβριν και τις άλλες. Είμαστε εδώ για να σε βοηθήσουμε, Μητέρα».

«Το καταλαβαίνω, Σέριαμ. Υπόσχομαι να ακούω με προσοχή ό,τι λέτε. Θα ήθελα να δω τη Νυνάβε και την Ηλαίην, αν είναι δυνατόν».

«Νομίζω πως είναι», είπε η Σέριαμ χαμογελαστά, «αν κι ίσως πρέπει να ξεκολλήσω δια της βίας τη Νυνάβε από μια Κίτρινη αδελφή. Η Σιουάν θα έρθει να σου διδάξει την εθιμοτυπία των Άμερλιν —υπάρχουν πολλά που πρέπει να μάθεις— αλλά θα της πω να έρθει λίγο αργότερα».

Η Εγκουέν έμεινε να ατενίζει την πόρτα όταν έφυγε η Σέριαμ. Ύστερα γύρισε και κοίταξε το τραπέζι. Εντελώς άδειο. Δεν υπήρχε ούτε μια αναφορά να διαβάσει, ούτε αρχείο να το μελετήσει. Ούτε καν πένα και μελάνι για να γράψει ένα σημείωμα, πόσο μάλλον μια εξαγγελία. Κι η Σιουάν ερχόταν να της διδάξει εθιμοτυπία.

Όταν ακούστηκε ένα δειλό χτυπηματάκι στην πόρτα, ακόμα στεκόταν εκεί. «Περάστε», είπε, ενώ αναρωτιόταν αν θα ήταν η Σιουάν ή ίσως κάποια υπηρέτρια με μερικά μελοπιτάκια να τσιμπήσει, ήδη κομμένα στις αρμόζουσες μικρές μπουκίτσες.

Η Νυνάβε έχωσε το κεφάλι διστακτικά κι ύστερα η Ηλαίην την έσπρωξε να μπει στο δωμάτιο. Δίπλα-δίπλα, έκαναν τέλειες γονυκλισίες, απλώνοντας τις λευκές φούστες με τις οριζόντιες ρίγες και μουρμουρίζοντας, «Μητέρα».

«Σας παρακαλώ, μην το κάνετε αυτό», είπε η Εγκουέν. Το είπε ή, μάλλον, θρήνησε. «Είστε οι δύο μοναδικές φίλες που έχω, κι αν αρχίσετε...» Μα το Φως, κόντευε να βάλει τα κλάματα!

Η Ηλαίην την έφτασε πρώτη με ελάχιστη διαφορά και την αγκάλιασε με τα δύο χέρια. Η Νυνάβε ήταν βουβή κι έπαιζε νευρικά με ένα λεπτό ασημένιο βραχιόλι, η Ηλαίην όμως όχι. «Είμαστε ακόμα φίλες σου, Εγκουέν, αλλά είσαι η Έδρα της Άμερλιν. Μα το Φως, θυμάσαι που κάποτε σου είχα πει ότι εσύ θα γινόσουν Έδρα της Άμερλιν, ενώ εγώ...» Η Ηλαίην έκανε μια μικρή γκριμάτσα. «Μα τέλος πάντων, τώρα είσαι η Έδρα της Άμερλιν. Δεν μπορούμε να ζυγώσουμε την Άμερλιν και να πούμε, “Βρε Εγκουέν, μήπως με παχαίνει αυτό το φόρεμα;” Δεν θα ήταν σωστό».

«Ναι, θα ήταν», είπε πεισμωμένα η Εγκουέν. «Κατ’ ιδίαν, τέλος πάντων», παραδέχτηκε, μετά από μια στιγμή. «Όταν είμαστε μόνες, θέλω να μου λέτε αν ένα φόρεμα με παχαίνει ή... ή ό,τι άλλο θέλετε». Χαμογελώντας στη Νυνάβε, της τράβηξε μαλακά τη χοντρή πλεξούδα. Η Νυνάβε τινάχτηκε ξαφνιασμένη. «Και θέλω να τραβάς την πλεξούδα σου μπροστά μου όταν θέλεις. Χρειάζομαι κάποια που να είναι φίλη της Εγκουέν και δεν βλέπει συνεχώς αυτό το... αυτό το παλιομάντιλο, αλλιώς θα τρελαθώ. Κι αφού μιλάμε για φορέματα, γιατί τα φοράτε ακόμα αυτά; Νόμιζα ότι θα είχατε αλλάξει».

Η Νυνάβε τότε τράβηξε την πλεξούδα της. «Η Νισάο μου είπε ότι πρέπει να είχε γίνει κάποιο λάθος και με πήρε μαζί της. Είπε ότι δεν θα έχανε τη σειρά της μόνο και μόνο για μια γιορτή». Οι ήχοι της απ’ έξω δυνάμωναν, ένα γενικό βουητό που μόλις διαπερνούσε τους πέτρινους τοίχους και μια υποψία μουσικής.

«Ε, λοιπόν, δεν ήταν λάθος», είπε η Εγκουέν. Η σειρά της Νισάο; Δεν θα ρωτούσε τώρα· η Νυνάβε δεν φαινόταν να το απολαμβάνει, κι η Εγκουέν ήθελε να είναι όσο το δυνατόν πιο ευχάριστη αυτή η συνάντησή τους. Τραβώντας την καρέκλα που ήταν πίσω από το γραφείο, είδε δύο φουσκωτά κεντημένα μαξιλαράκια και χαμογέλασε. Η Τσέσα. «Θα καθίσουμε εδώ και θα μιλήσουμε και μετά θα σας βοηθήσω να βρούμε τα πιο ωραία φορέματα του Σαλιντάρ. Πείτε μου για τις ανακαλύψεις σας. Τις ανέφερε η Ανάγια, όπως κι η Σέριαμ, αλλά δεν πρόλαβα να τις στριμώξω για να μου πουν λεπτομέρειες».

Σχεδόν σαν άνθρωπος με το είδωλο του, κοντοστάθηκαν εκεί που πήγαιναν να καθίσουν κι αντάλλαξαν ματιές. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο, ήταν απρόθυμες να μιλήσουν για οτιδήποτε πέρα από το ότι η Νυνάβε είχε Θεραπεύσει τη Σιουάν και τη Ληάνε —η Νυνάβε επανέλαβε τρεις φορές ότι η Θεραπεία του Λογκαίν είχε συμβεί κατά λάθος— και για τη δουλειά της Ηλαίην με τα τερ’ανγκριάλ. Ήταν αξιοθαύμαστα κατορθώματα, ειδικά της Νυνάβε, αλλά δεν ήταν κάτι για το οποίο μπορούσες να μιλάς για ώρες, κι η Εγκουέν δεν μπορούσε να επαναλαμβάνει άπειρες φορές τι εξαιρετικό ήταν αυτό που είχαν κάνει και πόσο τις ζήλευε. Όταν προσπάθησαν να της δείξουν, η επίδειξη δεν κράτησε πολύ· η Εγκουέν δεν είχε ιδιαίτερη αίσθηση της Θεραπείας, ειδικά σε ένα τόσο πολύπλοκο υφαντό σαν αυτό που είχε υφάνει η Νυνάβε χωρίς να το σκεφτεί, και παρ’ όλο που είχε μια συνάφεια με τα μέταλλα κι είχε αρκετή δύναμη τόσο στη Φωτιά όσο και στη Γη, η Ηλαίην σχεδόν αμέσως ξεπέρασε τις γνώσεις τις Εγκουέν. Φυσικά, εκείνες θέλησαν να μάθουν πώς ήταν η ζωή μεταξύ των Αελιτών. Από το έκπληκτο βλεφάρισμά τους και το σοκαρισμένο γέλιο τους, η Εγκουέν δεν ήταν σίγουρη αν πίστευαν όσα τους έλεγε, και δεν τους τα είπε όλα. Από τους Αελίτες ήταν φυσικό να περάσει η συζήτηση στον Ραντ. Κι οι δύο γυναίκες την κοίταζαν ακίνητες όσο εξιστορούσε πώς είχε συναντηθεί ο Ραντ με τις Άες Σεντάι. Συμφώνησαν ότι έμπαινε σε πιο βαθιά νερά απ’ όσο νόμιζε και χρειαζόταν κάποιον να τον καθοδηγήσει πριν πέσει σε καμία τρύπα. Η Ηλαίην πίστευε ότι η Μιν θα τον βοηθούσε σ’ αυτό, όταν η αντιπροσωπεία έφτανε στο Κάεμλυν —ήταν η πρώτη φορά που η Εγκουέν άκουγε ότι η Μιν ήταν εκεί κι ότι είχε περάσει από το Σαλιντάρ— αν κι η αλήθεια ήταν πως φαινόταν να το λέει με μισή καρδιά. Κι επίσης μουρμούρισε κάτι πραγματικά αλλόκοτο, σαν να ήταν μια αλήθεια που δεν της άρεσε να την ακούει.