Выбрать главу

«Η Μιν είναι καλύτερη γυναίκα από μένα». Για κάποιο λόγο, η Νυνάβε ένευσε με κατανόηση όταν το άκουσε. «Μακάρι να ήμουν εγώ εκεί», συνέχισε η Ηλαίην με δυνατότερη φωνή. «Εννοώ για να τον καθοδηγήσω». Κοίταξε την Εγκουέν και τη Νυνάβε, ενώ τα μάγουλά της ρόδιζαν. «Ε, και γι’ αυτό». Η Νυνάβε κι η Εγκουέν πάτησαν τόσο δυνατά γέλια που παραλίγο θα έπεφταν από τις καρέκλες τους, κι η Ηλαίην τις μιμήθηκε σχεδόν αμέσως.

«Υπάρχει κάτι καλό ακόμα που έχω να πω, Ηλαίην», είπε η Εγκουέν ξέπνοα, ενώ ακόμα προσπαθούσε να συνέρθει. Ύστερα συνειδητοποίησε τι ακριβώς θα έλεγε και γιατί. Μα το φως, σε τι παγίδα είχε πέσει, ενώ ακόμα γελούσε! «Λυπάμαι για τη μητέρα σου, Ηλαίην. Δεν ξέρεις πόσο ήθελα να σου προσφέρω τα συλλυπητήριά μου πριν απ’ αυτό». Η Ηλαίην έδειξε να μπερδεύεται, όπως ήταν λογικό. «Το θέμα είναι ότι ο Ραντ σκοπεύει να σου παραχωρήσει τον Θρόνο του Λιονταριού και τον Θρόνο του Ήλιου». Προς έκπληξή της, η Ηλαίην κάθισε με το κορμί πιο στητό.

«Αυτό σκοπεύει, ε;» είπε με ψυχρή, ουδέτερη φωνή. «Σκοπεύει να μου τους παραχωρήσει». Το πηγούνι της υψώθηκε ελαφρώς. «Έχω κάποιες διεκδικήσεις στο Θρόνο του Ήλιου κι αν θελήσω να τις επιδιώξω, θα το κάνω επειδή εγώ έχω το δικαίωμα. Όσο για τον Θρόνο του Ήλιου, ο Ραντ αλ’Θόρ δεν έχει το δικαίωμα —κανένα δικαίωμα!— να μου δώσει αυτό που είναι ήδη δικό μου».

«Είμαι σίγουρος ότι δεν το εννοούσε έτσι», διαμαρτυρήθηκε η Εγκουέν. Άραγε πώς το εννοούσε; «Σ’ αγαπάει, Ηλαίην. Ξέρω ότι σ’ αγαπάει».

«Μακάρι να ήταν τόσο απλό», μουρμούρισε η Ηλαίην, ό,τι κι αν σήμαινε αυτό.

Η Νυνάβε ξεφύσηξε. «Οι άνδρες πάντα λένε ότι δεν το εννοούσαν έτσι. Θαρρείς και μιλούν διαφορετική γλώσσα».

«Όταν τον ξαναπιάσω στα χέρια μου», είπε αποφασισμένα η Ηλαίην, «θα του μάθω να μιλά τη σωστή γλώσσα. Να μου παραχωρήσει!»

Η Εγκουέν με δυσκολία κρατήθηκε για να μην ξαναβάλει τα γέλια. Όταν η Ηλαίην ξανάπιανε στα χέρια της τον Ραντ, το πρώτο μέλημά της θα ήταν όχι να του μάθει τη σωστή γλώσσα αλλά να βρουν καμιά ήσυχη γωνιά. Η κατάσταση θύμιζε τον παλιό καιρό. «Τώρα που είσαι Άες Σεντάι, μπορείς να πας να τον βρεις όποτε θέλεις. Κανείς δεν μπορεί να σε σταματήσει». Οι άλλες δύο αντάλλαξαν μια γοργή ματιά.

«Η Αίθουσα δεν επιτρέπει σε καμία να σηκωθεί και να φύγει έτσι εύκολα», είπε η Νυνάβε. «Αλλά και να μπορούσε να φύγει η Ηλαίην, βρήκαμε κάτι που νομίζω ότι είναι σημαντικότερο».

Η Ηλαίην ένευσε ζωηρά. «Κι εγώ το ίδιο νομίζω. Παραδέχομαι ότι το πρώτο που μου πέρασε από το μυαλό όταν άκουσα ότι εκλέγεσαι Άμερλιν ήταν ότι ίσως τώρα η Νυνάβε κι εγώ θα μπορούσαμε να πάμε να το βρούμε. Το δεύτερο, για την ακρίβεια· στην αρχή μού ήρθε ζάλη από τη χαρά».

Η Εγκουέν ανοιγόκλεισε τα μάτια μπερδεμένη. «Βρήκατε κάτι. Μα τώρα πρέπει να πάτε να το βρείτε». Εκείνες έγειραν μπροστά όπως κάθονταν και της εξήγησαν με ενθουσιασμό, μιλώντας σχεδόν η μια μαζί με την άλλη.

«Το βρήκαμε», είπε η Ηλαίην, «αλλά μονάχα στον Τελ’αράν’ριοντ».

«Χρησιμοποιήσαμε την ανάγκη», πρόσθεσε η Νυνάβε. «Χρειαζόμασταν να βρούμε κάτι».

«Είναι μια γαβάθα», συνέχισε η Ηλαίην, «ένα τερ’ανγκριάλ, και νομίζω ότι είναι αρκετά ισχυρή ώστε να αλλάξει τον καιρό».