«Όχι». Είχε ακούσει αρκετά από τα κηρύγματα που έκανε η Μουαραίν στον Ραντ για το Παιχνίδι των Οίκων. Τότε, πίστευε ότι το Παιχνίδι ήταν παράλογο, ότι ήταν ύπουλο ή κάτι χειρότερο. Τώρα έλπιζε ότι θα μπορούσε να θυμηθεί ό,τι είχε ακούσει. Οι Αελίτες πάντα έλεγαν, «Χρησιμοποίησε τα όπλα που έχεις». «Ίσως βοηθήσει το ότι προσπαθούν να μου περάσουν τρία λουριά. Μπορώ να προσποιούμαι ότι με τραβά το ένα ή το άλλο, ανάλογα με το ποιο είναι κοντινότερο σ’ αυτό που θέλω να κάνω. Μια φορά στις τόσες θα μπορώ να κάνω απλώς ό,τι θέλω, όπως έκανα εσάς Άες Σεντάι, αλλά προς το παρόν όχι συχνά». Ίσιωσε τους ώμους της κι αντιγύρισε θαρρετά τα βλέμματά τους. «Θα ήθελα να πω ότι το έκανε επειδή το αξίζατε, μα ο λόγος είναι ότι το έκανα επειδή είστε φίλες μου κι επειδή ελπίζω ότι ως πλήρεις αδελφές μπορείτε να με βοηθήσετε. Δεν ξέρω ποια άλλη να εμπιστευτώ εκτός από σας τις δύο. Θα σας στείλω στο Έμπου Νταρ όσο το συντομότερο μπορέσω, αλλά πριν κι ύστερα απ’ αυτό θα είστε εκείνες με τις οποίες μπορώ να συζητώ τα πράγματα. Ξέρω ότι θα μου πείτε την αλήθεια. Αυτό το ταξίδι στο Έμπου Νταρ ίσως να μην είναι τόσο μακρύ όσο νομίζετε. Έχετε κάνει λογής-λογής ανακαλύψεις, απ’ ό,τι άκουσα, αλλά απ’ όσο καταλαβαίνω, έχω κάνει κι εγώ μια ανακάλυψη».
«Αυτό είναι υπέροχο», είπε η Ηλαίην, όμως φαινόταν αφηρημένη.
37
Όταν Αρχίζει η Μάχη
Η σιωπή ήταν αλλόκοτη κι η Εγκουέν δεν μπορούσε να την καταλάβει καθόλου. Η Ηλαίην κοίταξε τη Νυνάβε, κι ύστερα κι οι δύο κοίταξαν το ασημένιο βραχιολάκι της Νυνάβε. Η Νυνάβε γύρισε τη ματιά της στην Εγκουέν, με τα μάτια πλατιά, και μετά γοργά την έριξε στο πάτωμα.
«Έχω να ομολογήσω κάτι», είπε, σχεδόν ψιθυριστά. Η φωνή της δεν δυνάμωσε, μα οι λέξεις ξεχύθηκαν σαν χείμαρρος. «Αιχμαλώτισα τη Μογκέντιεν». Δίχως να σηκώσει τα μάτια, ύψωσε το χέρι με το βραχιόλι. «Αυτό εδώ είναι ένα α’ντάμ. Την κρατάμε αιχμάλωτη και δεν το έχει μάθει κανείς. Εκτός από τη Σιουάν, τη Ληάνε και την Μπιργκίτε. Και τώρα εσύ».
«Αναγκαστήκαμε», είπε η Ηλαίην, σκύβοντας μπροστά με αγωνία. «Εγκουέν, θα την εκτελούσαν. Ξέρω ότι της αξίζει, μα το μυαλό της είναι γεμάτο γνώσεις, πράγματα που ούτε ονειρευόμαστε. Από κει προήλθαν όλες μας οι ανακαλύψεις. Εκτός από τη Θεραπεία που έκανε η Νυνάβε με τη Ληάνε, τη Σιουάν και τον Λογκαίν, και το τερ’ανγκριάλ μου. Θα τη σκότωναν χωρίς να περιμένουν να μάθουν κάτι».
Οι ερωτήσεις στροβιλίζονταν στο κεφάλι της Εγκουέν με ρυθμό που τη ζάλιζε. Είχαν αιχμαλωτίσει μια Αποδιωγμένη; Πώς; Η Ηλαίην είχε φτιάξει ένα α’ντάμ; Η Εγκουέν ρίγησε, σχεδόν χωρίς να μπορεί να το κοιτάξει. Δεν έμοιαζε καθόλου με το α’ντάμ που ήξερε τόσο καλά. Έστω και μ’ αυτό, πώς είχαν καταφέρει να κρύψουν μια Αποδιωγμένη ανάμεσα σε τόσες Άες Σεντάι; Μια Αποδιωγμένη, αιχμάλωτη. Δεν την είχαν δικάσει να την εκτελέσουν. Έτσι καχύποπτος που είχε γίνει ο Ραντ, αν το ανακάλυπτε ποτέ αυτό, δεν θα ξανάδειχνε ποτέ του εμπιστοσύνη στην Ηλαίην.
«Φέρτε την εδώ», κατόρθωσε να πει με κούφια φωνή. Η Νυνάβε πετάχτηκε από την καρέκλα κι έφυγε τρεχάτη. Ο αχός του εορτασμού, του γέλιου και της μουσικής και των τραγουδιών φούσκωσε για μια στιγμή και μετά η πόρτα έκλεισε με πάταγο πίσω της. η Εγκουέν έτριψε τους κροτάφους της. Μια Αποδιωγμένη. «Πώς μπορεί να κρατήσει κανείς τέτοιο μυστικό;»
Τα μάγουλα της Ηλαίην κοκκίνισαν. Μα το Φως, γιατί...; Φυσικά.
«Ηλαίην, δεν έχω καμία πρόθεση να ρωτήσω για... οποιονδήποτε δεν πρέπει να γνωρίζω».
Η γυναίκα με τα χρυσά μαλλιά τινάχτηκε από τη θέση της. «Ίσως... Ίσως μπορέσω να μιλήσω. Αργότερα. Αύριο. Ίσως. Εγκουέν, πρέπει να μου υποσχεθείς ότι δεν θα πεις τίποτα —σε κανέναν!— αν δεν σου πω εγώ. Ό,τι και να... ό,τι κι αν δεις».
«Αν αυτό θέλεις». Η Εγκουέν δεν καταλάβαινε γιατί η άλλη ήταν τόσο ταραγμένη. Δεν το καταλάβαινε καθόλου. Η Ηλαίην είχε ένα μυστικό το οποίο γνώριζε η Εγκουέν, όμως η Εγκουέν το είχε ανακαλύψει κατά λάθος, κι από τότε κι οι δύο υποκρίνονταν πως ακόμα το ήξερε μονάχα η Ηλαίην. Είχε συναντήσει στον Τελ’αράν’ριοντ την Μπιργκίτε, την ηρωίδα των θρύλων· ίσως να την έβλεπε ακόμα. Μια στιγμή, αυτό ακριβώς είχε πει η Νυνάβε. Ότι η Μπιργκίτε ήξερε για τη Μογκέντιεν. Εννοούσε τη γυναίκα που περίμενε στον Τελ’αράν’ριοντ να την ξανακαλέσει το Κέρας του Βαλίρ; Η Νυνάβε ήξερε το μυστικό το οποίο η Ηλαίην είχε αρνηθεί να παραδεχτεί στην Εγκουέν, παρ’ όλο που η Εγκουέν την είχε δει; Όχι. Δεν θα μετέτρεπε τη συνάντηση αυτή σε ανταλλαγή κατηγοριών κι αρνήσεων.
«Ηλαίην, είμαι η Άμερλιν — στ’ αλήθεια είμαι η Άμερλιν— κι ήδη έχω σχέδια. Οι Σοφές που διαβιβάζουν, πολλές υφάνσεις τους τις χειρίζονται διαφορετικά από τις Άες Σεντάι». Η Ηλαίην ήδη ήξερε για τις Σοφές, αν κι η Εγκουέν, τώρα που το σκεφτόταν, αναρωτήθηκε αν το ήξεραν επίσης κι οι Άες Σεντάι. «Μερικές φορές αυτό που κάνουν είναι πιο πολύπλοκο ή πιο άτεχνο, αλλά μερικές φορές είναι πιο απλό απ’ αυτό που είχαμε διδαχθεί στον Πύργο και φέρνει τα ίδια αποτελέσματα».