Η πόρτα άνοιξε κι εμφανίστηκε μια γυναίκα με στιβαρό κορμί, ντυμένη με σκούρα μάλλινα ρούχα, με έναν ασημένιο δίσκο στα χέρια όπου υπήρχαν τρία ασημένια ποτήρια και μια ασημένια καράφα κρασιού με μακρύ λαιμό. Το πρόσωπό της ήταν ταλαιπωρημένο, πρόσωπο αγρότισσας, αλλά τα μαύρα μάτια της άστραφταν καθώς μελετούσε την Εγκουέν και την Ηλαίην με σβέλτες ματιές. Η Εγκουέν δοκίμασε έκπληξη μόλις για μια στιγμή βλέποντάς τη να φορά ένα σφιχτό ασημένιο περιδέραιο παρά το φθαρμένο φόρεμά της, και μετά η Νυνάβε μπήκε από πίσω της κι έκλεισε την πόρτα. Πρέπει να έτρεχε σαν τον άνεμο, γιατί είχε βρει χρόνο να βγάλει το φόρεμα των Αποδεχθεισών και να βάλει ένα σκουρογάλανο μεταξωτό κεντημένο με χρυσές σπείρες στο ντεκολτέ και τον ποδόγυρο. Δεν είχε τόσο βαθύ λαιμό όσο τα φορέματα της Μπερελαίν, αλλά ήταν πιο βαθύ απ’ ό,τι περίμενε η Εγκουέν να φορά η Νυνάβε.
«Αυτή είναι η “Μάριγκαν”», είπε η Νυνάβε, τραβώντας την πλεξούδα της πάνω από τον ώμο της με μια έμπειρη κίνηση. Το δαχτυλίδι του Μεγάλου Ερπετού έλαμπε χρυσό στο δεξί της χέρι.
Η Εγκουέν έκανε να ρωτήσει γιατί έδινε τέτοια έμφαση στο όνομα, κι ύστερα ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι το περιδέραιο της “Μάριγκαν” ήταν ασορτί με το βραχιόλι στον καρπό της Νυνάβε. Άθελά της, έμεινε κοιτάζει. Η γυναίκα δεν είχε την εμφάνιση που θα περίμενε να έχει μια Αποδιωγμένη. Το είπε κι η Νυνάβε γέλασε.
«Κοίτα, Εγκουέν».
Η Εγκουέν έκανε κάτι παραπάνω από το να κοιτάξει: κόντεψε να πηδήξει από την καρέκλα της, κι αγκάλιασε το σαϊντάρ. Μόλις μίλησε η Νυνάβε, η λάμψη είχε περιβάλει τη “Μάριγκαν”. Μόνο για μια στιγμή, αλλά πριν σβήσει, η γυναίκα με το απλό μάλλινο φόρεμα μεταμορφώθηκε ριζικά. Για την ακρίβεια, οι αλλαγές ήταν μικρές, αλλά στο σύνολο τους έφτιαχναν μια διαφορετική γυναίκα, που θα την έλεγες εμφανίσιμη παρά όμορφη, αλλά καθόλου ταλαιπωρημένη, μια γυναίκα με υπερήφανο παράστημα, σχεδόν βασιλικό. Μόνο τα μάτια της παρέμεναν ίδια, λάμποντας, αλλά όσο κι αν έτρεχαν νευρικά, η Εγκουέν μπορούσε να πιστέψει ότι αυτή η γυναίκα ήταν η Μογκέντιεν.
«Πώς;» ήταν το μόνο που μπόρεσε να πει. Άκουσε προσεκτικά, καθώς η Νυνάβε κι η Ηλαίην εξηγούσαν πώς ύφαινες μεταμφιέσεις και πώς αντέστρεφες τις υφάνσεις, αλλά παρακολουθούσε τη Μογκέντιεν. Ήταν όντως καμαρωτή, όλο αυτοπεποίθηση, έχοντας ξαναβρεί τον εαυτό της.
«Ξανακάνε την όπως ήταν», είπε η Εγκουέν όταν δόθηκαν οι εξηγήσεις. Και πάλι η λάμψη του σαϊντάρ κράτησε μόνο μια στιγμή, κι όταν ξεθώριασε, δεν έβλεπε να υπάρχουν υφάνσεις. Η Μογκέντιεν ήταν πάλι μια απλή, ταλαιπωρημένη γυναίκα, μια χωριάτισσα που είχε περάσει σκληρή ζωή κι έμοιαζε πιο μεγάλη από τα πραγματικά της χρόνια. Τα μαύρα μάτια κοίταζαν λάμποντας την Εγκουέν, γεμάτα μίσος, ίσως κι απέχθεια για τον ίδιο της τον εαυτό.
Συνειδητοποιώντας ότι ακόμα κρατούσε το σαϊντάρ, η Εγκουέν ένιωσε για μια στιγμή ανόητη. Ούτε η Νυνάβε ούτε η Ηλαίην είχαν αγκαλιάσει την πηγή. Αλλά, βέβαια, η Νυνάβε φορούσε το βραχιόλι. Η Εγκουέν σηκώθηκε, χωρίς να τραβήξει στιγμή το βλέμμα από τη Μογκέντιεν, κι άπλωσε το χέρι της. Η Νυνάβε φάνηκε πρόθυμη με το παραπάνω να βγάλει εκείνο το αντικείμενο από τον καρπό της, κι η Εγκουέν την ένιωθε.
Δίνοντάς της το βραχιόλι, η Νυνάβε είπε, «Βάλε το δίσκο στο τραπέζι, Μάριγκαν. Και πρόσεχε το φέρσιμο σου. Η Εγκουέν ζούσε με τους Αελίτες».
Η Εγκουέν στριφογύρισε την ασημένια λωρίδα στα χέρια της και προσπάθησε να μην καταληφθεί από ρίγος. Ήταν πονηρή δουλειά, με τμήματα τόσο έξυπνα, που έμοιαζε μονοκόμματο. Κάποτε ήταν στην άλλη άκρη ενός α’ντάμ. Ήταν μια συσκευή των Σωντσάν, με ένα ασημένιο λουρί που ένωνε το περιδέραιο και το βραχιόλι, αλλά ήταν το ίδιο. Το στομάχι της ανακατεύτηκε, κάτι που δεν της είχε συμβεί ούτε όταν αντιμετώπιζε την Αίθουσα και το πλήθος· διαμαρτυρόταν σαν να ήθελε να αναπληρώσει το ότι πριν ήταν ήρεμο. Το έκλεισε προσεκτικά γύρω από τον καρπό της. Είχε κάποια ιδέα για το τι να περιμένει, αλλά και πάλι παραλίγο θα πετιόταν πάνω. Τα συναισθήματα της άλλης γυναίκας ήταν απλωμένα μπροστά της, η σωματική της κατάσταση, τα πάντα συγκεντρωμένα σε ένα περιφραγμένο τμήμα του μυαλού της Εγκουέν. Κυρίως υπήρχε ένας παλλόμενος φόβος, όμως η αυτοαπέχθεια που νόμιζε πως είχε δει άφριζε εξίσου δυνατή. Της Μογκέντιεν δεν της άρεσε η τωρινή εμφάνισή της. Ίσως να την αντιπαθούσε ακόμα περισσότερο μετά από μια σύντομη επιστροφή στη δική της μορφή.
Η Εγκουέν σκέφτηκε ποια ήταν αυτή την οποία κοίταζε· μια από τους Αποδιωγμένους, μια γυναίκα που το όνομά της το έλεγαν εδώ κι αιώνες για να τρομάζουν τα παιδιά, μια γυναίκα που τα εγκλήματα της άξιζαν εκατό φορές το θάνατο. Σκέφτηκε τις γνώσεις που είχε εκείνο το κεφάλι. Έκανε τον εαυτό της να χαμογελάσει. Το χαμόγελο δεν ήταν ευχάριστο· δεν σκόπευε να το κάνει ευχάριστο, αλλά και μάλλον δεν θα μπορούσε να το κάνει έτσι, αν ήταν αυτό που ήθελε. «Έχουν δίκιο. Ζούσα μαζί με τους Αελίτες. Αν, λοιπόν, περιμένεις πως θα είμαι αβρή σαν τη Νυνάβε και την Ηλαίην, διώξε αυτή τη σκέψη από το μυαλό σου. Ένα στραβοπάτημά σου μπροστά μου, και θα σε κάνω να παρακαλάς να πεθάνεις. Αλλά δεν θα σε σκοτώσω. Θα βρω τρόπο να κάνω αυτό το πρόσωπο μόνιμο. Από την άλλη μεριά, αν κάνεις κάτι παραπάνω από στραβοπάτημα...» Πλάτυνε το χαμόγελό της, ώσπου στο τέλος ήταν απλώς γυμνωμένα δόντια.