Ο φόβος δυνάμωσε τόσο που έπνιξε ό,τι άλλο υπήρχε και λύγισε την περίφραξη. Καθώς στεκόταν μπροστά στο τραπέζι, η Μογκέντιεν έσφιξε τα φουστάνια της τόσο δυνατά που τα δάχτυλα της άσπρισαν και το τρέμουλο της φάνηκε καθαρά. Η Νυνάβε κι η Ηλαίην κοίταζαν την Εγκουέν σαν να την έβλεπαν για πρώτη φορά. Μα το Φως, τι περίμεναν, να φερθεί ευγενικά σε μια Αποδιωγμένη; Η Σορίλεα θα την κάρφωνε με παλούκια έξω στον ήλιο για να την αναγκάσει να υποταχθεί, αν δεν τη σκότωνε απλώς κόβοντάς της το λαιμό από την αρχή.
Η Εγκουέν ζύγωσε τη Μογκέντιεν. Μπορεί η άλλη να ήταν ψηλότερη, όμως ζάρωσε στο τραπέζι, ρίχνοντας τα ποτήρια από το δίσκο, τραντάζοντας την καράφα. Η Εγκουέν έκανε τη φωνή της να ηχήσει ψυχρή· δεν ήταν δύσκολο. «Η μέρα που θα καταλάβω έστω ένα ψέμα σου θα είναι η μέρα που θα σε εκτελέσω εγώ προσωπικά. Τώρα. Σκέφτηκα να ταξιδέψω από το ένα μέρος στο άλλο ανοίγοντας μια τρύπα, ας πούμε έτσι, από δω εκεί. Μια τρύπα μέσω του Σχήματος, έτσι ώστε να μην υπάρχει απόσταση ανάμεσα στις δύο άκρες. Θα δουλέψει αυτό;»
«Όχι, ούτε για σένα ούτε για καμία άλλη γυναίκα», είπε η Μογκέντιεν, ξέπνοα και βιαστικά. Ο φόβος που έβραζε μέσα της τώρα πρόβαλλε στο πρόσωπό της. «Έτσι Ταξιδεύουν οι άνδρες». Το κεφαλαίο ήταν ολοφάνερο στη λέξη· μιλούσε για ένα από τα χαμένα Ταλέντα. «Αν προσπαθήσεις, θα παρασυρθείς στο... Δεν ξέρω τι είναι. Ο χώρος μεταξύ των νημάτων του Σχήματος. Δεν νομίζω ότι θα ζούσες για πολύ. Ξέρω ότι δεν θα επέστρεφες ποτέ».
«Ταξίδεμα», μουρμούρισε αηδιασμένη η Νυνάβε. «Δεν σκεφτήκαμε να Ταξιδέψουμε!»
«Όχι, δεν το σκεφτήκαμε». Η Ηλαίην φαινόταν κι αυτή απογοητευμένη από τον εαυτό της. «Αναρωτιέμαι τι άλλο δεν σκεφτήκαμε».
Η Εγκουέν τις αγνόησε. «Τότε πώς;» ρώτησε μαλακά. Η ήσυχη φωνή ήταν πάντα προτιμότερη από μια αγριοφωνάρα.
Η Μογκέντιεν μόρφασε σαν να της είχε βάλει τις φωνές. «Κάνεις τα δύο μέρη του Σχήματος πανομοιότυπα. Μπορώ να σου δείξω πώς. Χρειάζεται κάποιος κόπος, εξαιτίας του... του περιδέραιου, αλλά μπορώ να—»
«Έτσι;» είπε η Εγκουέν, αγκαλιάζοντας το σαϊντάρ κι υφαίνοντας ροές Πνεύματος. Αυτή τη φορά δεν προσπαθούσε να αγγίξει τον Κόσμο των Ονείρων, αλλά περίμενε ότι θα ήταν κάτι παρόμοιο αν δούλευε. Αυτό που είδε ήταν κάτι αρκετά διαφορετικό.
Το λεπτό παραπέτασμα που ύφανε δεν είχε εκείνο το τρεμούλιασμα και διήρκεσε μόνο μια στιγμή πριν κλείσει απότομα, σχηματίζοντας μια κάθετη γραμμή, που έγινε ξαφνικά μια χαρακιά ασημογάλανου φωτός. Το φως πλάτυνε γοργά —ή ίσως να έστριψε· κάπως έτσι της φάνηκε— κι έγινε... κάτι. Εκεί στο κέντρο του δωματίου υπήρχε μια... μια πύλη, που δεν έμοιαζε καθόλου με τη θολή εικόνα του Τελ’αράν’ριοντ που είχε δει τη σκηνή της, μια πύλη που άνοιγε σε μια καμένη από τον ήλιο γη, η οποία έκανε τις πιο ξερές περιοχές εδώ να φαντάζουν συγκριτικά χλοερές. Πέτρινοι οβελίσκοι και απόκρημνες πλαγιές δέσποζαν σε μια σκονισμένη πεδιάδα όλο κίτρινο πηλό, που την αυλάκωναν ρωγμές και την έστιζαν λίγοι θάμνοι που είχαν όψη αγκαθωτή ακόμα και από μακριά.
Η Εγκουέν παραλίγο θα έμενε να χάσκει. Ήταν η Ερημιά του Άελ, ανάμεσα στο Φρούριο της Κρυόπετρας και την κοιλάδα του Ρουίντιαν, ένα σημείο όπου θα ήταν απίθανο να δει κανέναν —ή να χτυπήσει κανέναν· τα μέτρα προφύλαξης του Ραντ με την ειδική αίθουσα στο Παλάτι του Ήλιου έδειχναν ότι θα έπρεπε να κάνει κι αυτή το ίδιο— αλλά μόνο έλπιζε να φτάσει εκεί, και ήταν σίγουρη ότι θα το έβλεπε μέσα από το τρεμουλιαστό παραπέτασμα.
«Φως μου!» είπε μαζεμένα η Ηλαίην. «Ξέρεις τι έκανες, Εγκουέν; Ξέρεις; Νομίζω ότι μπορώ να το κάνω. Αν επαναλάβεις την ύφανση, ξέρω ότι θα τη θυμάμαι».
«Τι να θυμάσαι;» είπε η Νυνάβε, σχεδόν με οδυρμό. «Πώς το έκανε; Αχ, κατάρα σ’ αυτό τον καταραμένο φραγμό! Ηλαίην, κλώτσα με στον αστράγαλο. Σε παρακαλώ».
Το πρόσωπο της Μογκέντιεν είχε παγώσει· μέσω του βραχιολιού κυλούσε αβεβαιότητα σχεδόν εξίσου έντονη με το φόβο. Το να διαβάζεις συναισθήματα δεν ήταν σαν να διαβάζεις λέξεις στη σελίδα, μα αυτά τα δύο ήταν ολοκάθαρα. «Ποια...;» Η Μογκέντιεν έγλειψε τα χείλη. «Ποια σου το δίδαξε αυτό;»