Η Εγκουέν χαμογέλασε όπως είχε δει να χαμογελούν οι Άες Σεντάι· ήθελε να μεταδώσει μια αίσθηση μυστηρίου, αυτό έλπιζε. «Ποτέ μην είσαι σίγουρη ότι δεν ξέρω ήδη την απάντηση», είπε ατάραχα. «Μην ξεχνάς. Μια φορά θα μου πεις ψέματα». Ξαφνικά, αναρωτήθηκε πώς φαίνονταν όλα αυτά στα μάτια της Νυνάβε και της Ηλαίην. Αυτές είχαν συλλάβει τη Μογκέντιεν, την είχαν κρατήσει φυλακισμένη σε απίστευτες συνθήκες, της είχαν αποσπάσει κάθε λογής πληροφορίες. Στράφηκε προς το μέρος τους κι άφησε ένα πικρό γελάκι. «Συγγνώμη. Δεν ήθελα να σας παραμερίσω».
«Γιατί ζητάς συγγνώμη;» Η Εγκουέν χαμογελούσε πλατιά. «Εσύ αναλαμβάνεις τώρα, Εγκουέν».
Η Νυνάβε τράβηξε κοφτά την πλεξούδα της κι ύστερα την αγριοκοίταξε. «Τίποτα δεν πετυχαίνει! Γιατί δεν μπορώ να θυμώσω; Α, κράτα την για πάντα, δεν με νοιάζει. Δεν θα μπορούσαμε να την πάρουμε στο Έμπου Νταρ. Γιατί δεν μπορώ να θυμώσω; Μα το αίμα και τις στάχτες!» Τα μάτια της γούρλωσαν όταν κατάλαβε τι είχε πει, κι έκρυψε το στόμα με το χέρι της.
Η Εγκουέν έριξε μια ματιά στη Μογκέντιεν. Η Αποδιωγμένη ίσιωνε τα ποτήρια κι έβαζε κρασί που είχε την ευωδιά των γλυκών μπαχαρικών, αλλά κάτι είχε περάσει μέσα από το βραχιόλι ήταν μιλούσε η Νυνάβε. Σοκ. Μπορεί να προτιμούσε την αφέντρα που ήξερε από εκείνη που την είχε απειλήσει με θάνατο με την πρώτη κιόλας ανάσα της.
Ένα δυνατό χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα κι η Εγκουέν άφησε βιαστικά το σαϊντάρ· το άνοιγμα προς την Ερημιά εξαφανίστηκε. «Εμπρός».
Η Σιουάν έκανε ένα βήμα στο γραφείο και σταμάτησε, κοιτώντας τη Μογκέντιεν, το βραχιόλι στον καρπό της Εγκουέν, τη Νυνάβε και την Ηλαίην. Έκλεισε την πόρτα κι έκανε μια μικροσκοπική γονυκλισία σαν τη Ρομάντα και τη Λελαίν. «Μητέρα, ήρθα να σε διδάξω την εθιμοτυπία, αλλά αν θα προτιμούσες να ξανάρθω αργότερα...;» Σήκωσε τα φρύδια, ρωτώντας την ήρεμα.
«Πήγαινε», είπε η Εγκουέν στη Μογκέντιεν. Αν η Νυνάβε κι η Ηλαίην δεν δίσταζαν να την αφήνουν ελεύθερη, το α’ντάμ πρέπει να την περιόριζε, αν κι όχι όσο ένα α’ντάμ που είχε λουρί. Χάιδεψε το βραχιόλι —το μισούσε αυτό το πράγμα, αλλά σκόπευε να το φορά μέρα-νύχτα— και πρόσθεσε, «Αλλά να είσαι έτοιμη. Κάθε προσπάθεια απόδρασης θα την αντιμετωπίσω όπως θα αντιμετωπίσω ένα ψέμα». Ο φόβος ανάβλυσε από το α’ντάμ, καθώς η Μογκέντιεν έβγαινε έξω με νευρικά γοργά βήματα. Αυτό ίσως να αποτελούσε πρόβλημα. Πώς ζούσαν η Νυνάβε κι η Ηλαίην με αυτούς τους χείμαρρους του τρόμου; Πάντως ήταν κάτι που θα το έβλεπε αργότερα.
Στράφηκε προς τη Σιουάν και σταύρωσε τα χέρια κάτω από τα στήθη. «Δεν γλιτώνεις έτσι, Σιουάν. Τα ξέρω όλα. Κόρη μου».
Η Σιουάν έγειρε το κεφάλι. «Μερικές φορές η γνώση δεν σου προσφέρει κανένα όφελος. Μερικές φορές σημαίνει απλώς ότι συμμερίζεσαι τον κίνδυνο».
«Σιουάν!» είπε η Ηλαίην, σοκαρισμένα, προειδοποιητικά, κι η Εγκουέν, προς έκπληξη της, είδε τη Σιουάν να κάνει κάτι που δεν περίμενε ότι θα έβλεπε ποτέ να το κάνει η Σιουάν Σάντσε. Κοκκίνισε.
«Μην περιμένεις να γίνω από μια μέρα στην άλλη κάτι διαφορετικό», μουρμούρισε γκρινιάρικα η μεγαλύτερη γυναίκα.
Η Εγκουέν υποψιαζόταν ότι η Νυνάβε κι η Ηλαίην θα μπορούσαν να τη βοηθήσουν σ’ αυτό που έπρεπε να κάνει, αλλά για να γίνει στ’ αλήθεια Άμερλιν, έπρεπε να το κάνει μόνη της. «Ηλαίην, ξέρω ότι θέλεις να ξεφορτωθείς αυτό το φόρεμα Αποδεχθείσας. Δεν πας να το βγάλεις; Και μετά δες τι μπορείς να βρεις για τα χαμένα Ταλέντα. Νυνάβε, κάνε κι εσύ το ίδιο».
Οι δύο αντάλλαξαν μια ματιά, κοίταξαν τη Σιουάν και σηκώθηκαν για να κάνουν από μια τέλεια γονυκλισία, μουρμουρίζοντας όλο σέβας, «Όπως προστάζεις, Μητέρα». Όλα αυτά δεν φάνηκαν να κάνουν εντύπωση στη Σιουάν· στεκόταν κοιτώντας την Εγκουέν με μια σαρκαστική έκφραση, ενώ οι άλλες δύο έφευγαν.
Η Εγκουέν αγκάλιασε ξανά το σαϊντάρ για λίγο για να βάλει την καρέκλα στη θέση της πίσω από το γραφείο, κι ύστερα ίσιωσε το επιτραχήλιο της και κάθισε. Για μια ατέλειωτη στιγμή στάθηκε μελετώντας βουβά τη Σιουάν. «Σε χρειάζομαι», είπε τελικά. «Ξέρεις τι είναι να είσαι Άμερλιν, τι μπορεί και τι δεν μπορεί να κάνει η Άμερλιν. Ξέρεις τις Καθήμενες, πώς σκέφτονται, τι θέλουν. Σε χρειάζομαι και δεν θα μου ξεφύγεις. Η Σέριαμ, η Ρομάντα κι η Λελαίν ίσως νομίζουν ότι ακόμα φορώ το λευκό των μαθητευομένων κάτω από αυτό το επιτραχήλιο —ίσως να το πιστεύουν όλες— αλλά εσύ θα με βοηθήσεις να τους δείξω ότι δεν είναι έτσι. Δεν σου το ζητώ, Σιουάν. Θα—έχω—τη—βοήθεια—σου». Και το μόνο που μπορούσε πια να κάνει ήταν να περιμένει.
Η Σιουάν την κοίταξε εξεταστικά και μετά κούνησε ανάλαφρα το κεφάλι και γέλασε μαλακά. «Έκαναν ένα λάθος που θα τους βγει σε κακό, ε; Φυσικά, εγώ το έκανα πρώτη. Νομίζεις ότι έπιασες ένα παχουλό γκράντερ για το δείπνο και τελικά είναι ένα ζωντανό ασημόκαρφο μακρύ σαν το πόδι σου». Άπλωσε τα φουστάνια της κι έκανε μια βαθιά γονυκλισία, γέρνοντας το κεφάλι. «Μητέρα, σε παρακαλώ, επίτρεψέ μου να σε υπηρετώ και να σε συμβουλεύω».