«Αρκεί να ξέρεις ότι είναι μόνο συμβουλές, Σιουάν. Είναι ήδη τόσο πολλοί αυτοί που νομίζουν ότι θα με εκμεταλλευτούν. Δεν θα το ανεχθώ από σένα».
«Πιο εύκολα θα προσπαθούσα να εκμεταλλευτώ τον εαυτό μου», είπε ξερά η Σιουάν. «Ξέρεις, ποτέ δεν σε συμπάθησα στ’ αλήθεια. Ίσως επειδή έβλεπα πολύ τον εαυτό μου σε σένα».
«Αφού είναι έτσι», είπε η Εγκουέν με εξίσου ξερό τόνο, «μπορείς να με λες Εγκουέν. Όταν είμαστε μόνες. Τώρα κάθισε κάτω και πες μου γιατί η Αίθουσα κάθεται ακόμα εδώ, και πώς μπορώ να τις ξυπνήσω».
Η Σιουάν έκανε να σύρει μια καρέκλα και μετά θυμήθηκε ότι τώρα μπορούσε να τη μετακινήσει με το σαϊντάρ. «Κάθονται επειδή αν κάνουν κάποια κίνηση, ο Λευκός Πύργος θα έχει γκρεμιστεί στ’ αλήθεια. Όσο για το πώς να τις ξυπνήσεις, η συμβουλή μου...» Χρειάστηκε πολλή ώρα για να πει τη συμβουλή της. Μερικά απ’ όσα είπε ήταν πράγματα που η Εγκουέν είχε ήδη σκεφτεί, κι όλα φαίνονταν σωστά.
Στο δωμάτιο της στον Μικρό Πύργο, η Ρομάντα έβαλε τσάι μέντας στις τρεις άλλες Καθήμενες, εκ των οποίων μόνο μία ήταν Κίτρινη. Το δωμάτιο ήταν στο πίσω μέρος, όμως οι ήχοι της γιορτής έφταναν ως εκεί. Η Ρομάντα τους αγνοούσε επιτηδευμένα. Αυτές οι τρεις ήταν έτοιμες να την υποστηρίξουν για την Έδρα της Άμερλιν· το ότι είχαν ψηφίσει για την κοπέλα ήταν εκτός των άλλων ένας τρόπος για να εμποδίσουν την εκλογή της Λελαίν. Η Λελαίν θα μάνιαζε αν ποτέ το μάθαινε αυτό. Τώρα που η Σέριαμ είχε αποκτήσει τη μικρή της Άμερλιν, αυτές οι τρεις ήταν ακόμα διατεθειμένες να την ακούνε. Ειδικά ύστερα από αυτό που είχε γίνει, που με μια απόφαση οι Αποδεχθείσες είχαν γίνει Άες Σεντάι. Αυτό πρέπει να δουλειά της Σέριαμ· αυτή κι η μικρή κλίκα της τις καλομάθαινε αυτές τις τέσσερις· αυτές είχαν την ιδέα να προάγουν την Τέοντριν και τη Φαολάιν πάνω από τις άλλες Αποδεχθείσες, κι επίσης το είχαν προτείνει για την Ηλαίην και τη Νυνάβε μια φορά. Έσμιξε τα φρύδια, αναρωτήθηκε πού άραγε ήταν η Ντελάνα, αλλά άρχισε να μιλά, αφού κάλυψε το δωμάτιο με το σαϊντάρ για να μην κρυφακούσει καμία. Η Ντελάνα θα τα μάθαινε μετά, όταν ερχόταν. Το σημαντικό θα ήταν να μάθει η Σέριαμ ότι δεν είχε αποκτήσει όση εξουσία νόμιζε, αρπάζοντας τη δουλειά της Τηρήτριας.
Σε ένα σπίτι στην άλλη μεριά του Σαλιντάρ, η Λελαίν σερβίριζε δροσερό κρασί σε τέσσερις Καθήμενες, εκ των οποίων μόνο μία ανήκε στο δικό της Άτζα, το Γαλάζιο. Το σαϊντάρ προστάτευε το δωμάτιο από ωτακουστές. Οι ήχοι του εορτασμού την έκαναν να χαμογελάσει. Οι τέσσερις γυναίκες μαζί της είχαν προτείνει να δοκιμάσει η ίδια να ανέβει στην Έδρα της Άμερλιν, και δεν θα ήταν απρόθυμη γι’ αυτό, αλλά αν αποτύγχανε, θα σήμαινε ότι τη θέση θα την έπαιρνε η Ρομάντα, κάτι εξίσου οδυνηρό για τη Λελαίν όσο κι η εξορία. Πώς θα έτριζε τα δόντια της η Ρομάντα, αν μάθαινε ποτέ ότι είχαν ψηφίσει όλες το παιδί μόνο και μόνο για να μην αγγίξει το επώμιο τους ώμους της Ρομάντα. Αλλά είχαν συγκεντρωθεί για να συζητήσουν πώς θα μείωναν την επιρροή που είχε αποκτήσει η Σέριαμ τώρα που είχε καταφέρει να αρπάξει το επώμιο της Τηρήτριας. Κι εκείνη η φάρσα της ανάδειξης Αποδεχθεισών σε Άες Σεντάι με μια διαταγή του κοριτσιού! Το κεφάλι της Σέριαμ πρέπει να είχε πάρει αέρα σε σημείο τρέλας. Καθώς η συζήτηση συνεχιζόταν, η Λελαίν αναρωτήθηκε πού ήταν η Ντελάνα. Έπρεπε να είχε ήδη έρθει.
Η Ντελάνα καθόταν στο δωμάτιο της και κοίταζε τη Χάλιμα που ήταν κουρνιασμένη στην άκρη του κρεβατιού της Ντελάνα. Κανονικά δεν έπρεπε να προφέρουν ποτέ το όνομα Άραν’γκαρ· μερικές φορές η Ντελάνα φοβόταν ότι αν έστω και το σκεφτόταν, η Χάλιμα θα το καταλάβαινε. Το ξόρκι φύλαξης για τους ωτακουστές ήταν μικρό και περιέκλειε μόνο τις δύο τους. «Μα αυτό είναι τρελό», κατόρθωσε τελικά να πει. «Δεν καταλαβαίνεις; Αν συνεχίσω να υποστηρίζω όλες τις παρατάξεις, κάποια στιγμή θα με πιάσουν!»
«Όλοι πρέπει να ρισκάρουν κάποτε». Η φωνή της γυναίκας ήταν αποφασισμένη κι ερχόταν σε αντίθεση με το χαμόγελο εκείνου του αισθησιακού στόματος. «Και θα συνεχίσεις να πιέζεις για να ειρηνέψουν πάλι τον Λογκαίν. Ή αυτό ή να τον σκοτώσουν». Μια μικρή γκριμάτσα κατάφερε και την έκανε ακόμα πιο όμορφη. «Αν τον έβγαζαν ποτέ από το σπίτι, θα το αναλάμβανα η ίδια».
Η Ντελάνα δεν μπορούσε να φανταστεί πώς θα το έκανε αυτό, αλλά δεν θα αμφισβητούσε αυτή τη γυναίκα αν δεν αποτύχαινε. «Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι γιατί φοβάσαι έναν άνδρα που έχει έξι αδελφές να τον θωρακίζουν όλη μέρα κι όλη νύχτα».