Выбрать главу

Τα πράσινα μάτια της Χάλιμα πέταξαν φλόγες καθώς σηκωνόταν όρθια. «Δεν φοβάμαι και μην τολμήσεις να το ξαναπείς! Θέλω τον Λογκαίν να αποκοπεί από τη Δύναμη και να σκοτωθεί, αυτό είναι το μόνο που χρειάζεται να ξέρεις. Καταλαβαινόμαστε;»

Η Ντελάνα, όχι για πρώτη φορά, σκέφτηκε να τη σκοτώσει, αλλά, όπως πάντα, ένιωθε τη φριχτή βεβαιότητα ότι η ίδια θα ήταν εκείνη που θα πέθαινε. Με κάποιον τρόπο η Χάλιμα ήξερε πότε αγκάλιαζε το σαϊντάρ, παρ’ όλο που δεν μπορούσε να διαβιβάσει. Το χειρότερο ήταν η πιθανότητα ότι επειδή τη χρειαζόταν, δεν θα τη σκότωνε· η Ντελάνα δεν μπορούσε να φανταστεί τι μπορεί να της έκανε, αλλά η αοριστία της απειλής τής προκαλούσε ρίγος. Κανονικά η Ντελάνα θα έπρεπε να μπορούσε να σκοτώσει τη Χάλιμα εκεί πέρα που ήταν, την ίδια στιγμή. «Ναι, Χάλιμα», είπε ταπεινά και μίσησε γι’ αυτό τον εαυτό της.

«Πολύ ευγενικό εκ μέρους σου», μουρμούρισε η Σιουάν, απλώνοντας προς τη Λελαίν το φλιτζάνι της για να της βάλει μια δόση μπράντυ στο τσάι. Ο ήλιος έγερνε στον ορίζοντα, δίνοντας στο φως μια κοκκινωπή απόχρωση, όμως στους δρόμους έξω ακόμα επικρατούσε οχλοβοή. «Δεν έχεις ιδέα πόσο κουραστικό είναι να διδάσκεις εθιμοτυπία σ’ αυτή την κοπέλα. Έμοιαζε να πιστεύει ότι όσο φερόταν σαν Σοφία από την πατρίδα της, όλα θα ήταν μια χαρά. Η Αίθουσα υποτίθεται πως είναι ο Κύκλος των Γυναικών ή κάτι τέτοιο».

Η Λελαίν άφησε άναρθρους ήχους συμπόνιας σκυμμένη πάνω από το τσάι της. «Λες ότι παραπονιόταν για τη Ρομάντα;»

Η Σιουάν σήκωσε τους ώμους. «Κάτι για τη Ρομάντα που επέμενε να μείνουμε εδώ αντί να προελάσουμε προς την Ταρ Βάλον, απ’ όσο μπόρεσα να καταλάβω. Μα το Φως, αυτή η κοπέλα έχει νεύρα σαν ψαροπούλι την εποχή του ζευγαρώματος. Μου ήρθε να την αρπάξω από τους ώμους και να την κουνήσω, αλλά, βέβαια, τώρα φορά το επιτραχήλιο. Τέλος πάντων, όταν τελειώσω τα μαθήματα, θα έχω ξεμπερδέψει μαζί της. Θυμάσαι...;»

Χαμογελώντας μέσα της, η Σιουάν παρακολούθησε τη Λελαίν που τα ρουφούσε όλα αυτά όπως το τσάι της. Μόνο η πρώτη φράση ήταν σημαντική. Το άλλο για τα νεύρα ήταν δική της επινόηση, αλλά ίσως έκανε μερικές Καθήμενες να φέρονται κάπως πιο προσεκτικά απέναντι στην Εγκουέν. Εκτός αυτού, υποψιαζόταν πως ίσως να ήταν αλήθεια. Η ίδια δεν θα ξαναγινόταν ποτέ Άμερλιν, κι ήταν σίγουρη ότι το να προσπαθήσει να χειραγωγήσει την Εγκουέν θα ήταν εξίσου μάταιο όσο οι προσπάθειες να χειραγωγηθεί η ίδια, κι εξίσου οδυνηρό, αλλά όμως το να διδάσκει μια Άμερλιν πώς να γίνει Άμερλιν... Ανυπομονούσε γι’ αυτό όσο τίποτα άλλο εδώ και καιρό. Η Εγκουέν αλ’Βέρ θα γινόταν μια Άμερλιν που θα έκανε τους θρόνους να τρέμουν.

«Μα τι θα γίνει με το φραγμό μου;» είπε η Νυνάβε, κι η Ρομάντα την κοίταξε σμίγοντας τα φρύδια. Βρίσκονταν στο δωμάτιο της Ρομάντα στον Μικρό Πύργο κι ήταν η ώρα που θα τη δεχόταν κανονικά η Ρομάντα σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που είχαν κανονίσει οι Κίτρινες. Οι μουσικές και τα γέλια απ’ έξω έδειχναν να ενοχλούν την Κίτρινη.

«Δεν ήσουν τόσο πρόθυμη πριν. Έμαθα ότι είπες στην Νταγκντάτα ότι ήσουν κι εσύ Άες Σεντάι και της σύστησες να βρει μια λίμνη να βουτήξει το κεφάλι της».

Η Νυνάβε ένιωσε το πρόσωπό της να καίει. Τα νεύρα της της έβαζαν εμπόδια. «Ίσως να συνειδητοποίησα πως μπορεί να είμαι Άες Σεντάι, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι διαβιβάζω πιο εύκολα από πριν».

Η Ρομάντα ξεφύσηξε. «Άες Σεντάι. Έχεις πολύ δρόμο ακόμα γι’ αυτό, ό,τι και να... Πολύ καλά, λοιπόν. Κάτι που δεν δοκιμάσαμε άλλοτε. Χοροπήδα στο ένα πόδι. Και μίλα». Κάθισε σε μια σκαλιστή πολυθρόνα κοντά στο κρεβάτι, ακόμα συνοφρυωμένη. «Κουτσομπολιό, θα έλεγα. Μίλα για ασήμαντα πράγματα. Για παράδειγμα, τι είπε η Άμερλιν ότι ήθελε να συζητήσουν η Λελαίν;»

Για μια στιγμή, η Νυνάβε την κοίταξε αγανακτισμένα. Να χοροπηδήσει στο ένα πόδι; Αυτό ήταν γελοίο! Πάντως, δεν είχε έρθει πραγματικά για το φραγμό της εδώ. Σήκωσε τα φουστάνια της και άρχισε να πηδά. «Η Εγκουέν... η Άμερλιν... δεν είπε πολλά. Κάτι για το ότι ήταν υποχρεωμένη να μείνει στο Σαλιντάρ...» Αυτό έπρεπε να φέρει αποτελέσματα, αλλιώς η Εγκουέν θα τα άκουγε για τα καλά, είτε ήταν Άμερλιν είτε όχι.

«Νομίζω ότι αυτό θα δουλέψει καλύτερα, Σέριαμ», είπε η Ηλαίην, δίνοντάς της ένα συστρεμμένο γαλαζοκόκκινο πιτσιλωτό δαχτυλίδι από υλικό που το πρωί ήταν πέτρα. Η αλήθεια ήταν πως δεν διέφερε από τα άλλα δαχτυλίδια που είχε φτιάξει. Οι δύο τους στέκονταν ξέχωρα από το πλήθος, στην είσοδο ενός στενοσόκακου που το φώτιζε ο κόκκινος ήλιος. Πίσω τους έσκουζαν βιολιά και τραγουδούσαν φλάουτα.

«Σ’ ευχαριστώ, Ηλαίην». Η Σέριαμ έχωσε το τερ’ανγκριάλ στο πουγκί της χωρίς καν να το κοιτάξει. Η Ηλαίην είχε πιάσει τη Σέριαμ σε ένα διάλειμμα από το χορό, με το πρόσωπό της αναψοκοκκινισμένο παρ’ όλη την ψυχρή αταραξία των Άες Σεντάι, όμως το καθαρό, πράσινο βλέμμα που έκανε τα γόνατα της Ηλαίην να τρέμουν τότε που ήταν μαθητευόμενη, ήταν στυλωμένο στο πρόσωπό της. «Γιατί έχω την αίσθηση ότι δεν είναι ο μόνος λόγος που ήρθες να με δεις;»