Выбрать главу

Η Ηλαίην έκανε μια γκριμάτσα, στρίβοντας το δαχτυλίδι του Μεγάλου Ερπετού στο δεξί της χέρι. Στο δεξί της χέρι· έπρεπε να θυμάται ότι τώρα ήταν κι αυτή Άες Σεντάι. «Πρόκειται για την Εγκουέν. Για την Άμερλιν, θα ’πρεπε να πω. Ανησυχεί, Σέριαμ, κι έλπιζα μήπως μπορούσες να τη βοηθήσεις. Εσύ είσαι η Τηρήτρια και δεν ήξερα σε ποια άλλη να πάω. Ακόμα δεν ξέρω στα σίγουρα τι τρέχει. Την ξέρεις την Εγκουέν· δεν θα παραπονιόταν ακόμα κι αν της έκοβαν το πόδι. Είναι η Ρομάντα, νομίζω, αν κι ανέφερε και τη Λελαίν. Η μία ή κι οι δύο την πλησίασαν νομίζω, σχετικά με το ότι πρέπει να μείνει εδώ στο Σαλιντάρ, ότι δεν πρέπει να κινηθεί ακόμα επειδή είναι πολύ επικίνδυνο».

«Είναι καλή αυτή η συμβουλή», είπε αργά η Σέριαμ. «Δεν ξέρω αν είναι επικίνδυνο, αλλά αυτή τη συμβουλή θα της έδινα κι εγώ».

Η Ηλαίην άπλωσε τα χέρια, σηκώνοντας τους ώμους με μια κίνηση αδυναμίας. «Το ξέρω. Μου είπε ότι αυτό της είπες, αλλά... Δεν το είπε σταράτα, αλλά νομίζω ότι τις φοβάται λιγάκι εκείνες τις δύο. Ξέρω ότι τώρα είναι η Άμερλιν, αλλά νομίζω ότι την κάνουν να νιώθει σαν μαθητευόμενη. Νομίζω ότι φοβάται πως αν κάνει αυτό που θέλουν —ακόμα κι αν πρόκειται για μια σωστή συμβουλή— θα περιμένουν να κάνει και την επόμενη φορά αυτό που θέλουν. Νομίζω... Σέριαμ, φοβάται ότι αν πει ναι τώρα, την επόμενη φορά δεν θα μπορεί να πει όχι. Και... και το ίδιο φοβάμαι κι εγώ. Σέριαμ, η Εγκουέν είναι η Έδρα της Άμερλιν· δεν θα έπρεπε να την έχει στο τσεπάκι της η Ρομάντα, ή η Λελαίν, ή όποια άλλη. Εσύ είσαι η μόνη που μπορείς να τη βοηθήσεις. Δεν ξέρω πώς, αλλά είσαι η μόνη».

Η Σέριαμ έμεινε σιωπηλή για τόση ώρα, ώστε η Ηλαίην άρχισε να σκέφτεται πως όταν άνοιγε το στόμα, θα της αποκρινόταν πως αυτά που της είχε πει ήταν ασυναρτησίες. «Θα κάνω ό,τι μπορώ», είπε στο τέλος η Σέριαμ.

Η Ηλαίην έπνιξε ένα στεναγμό ανακούφισης, αν και μετά σκέφτηκε πως δεν θα είχε σημασία αν τον είχε αφήσει να βγει.

Σκύβοντας μπροστά, η Εγκουέν άπλωσε τα χέρια της στα τοιχώματα της μπρούντζινης μπανιέρας κι άφησε τη φλυαρία της Τσέσα να την πλημμυρίσει, καθώς η υπηρέτρια της έτριβε την πλάτη. Ονειρευόταν ένα πραγματικό μπάνιο, όμως τώρα που καθόταν στα γεμάτα σαπούνι νερά με αρωματικά φυτικά έλαια, ένιωθε παράξενα μετά τα ατμόλουτρα των Αελιτών. Είχε κάνει το πρώτο βήμα της ως Άμερλιν, είχε μαζέψει τον αριθμητικά μειονεκτούντα στρατό της κι είχε αρχίσει την επίθεσή της. Θυμόταν που είχε ακούσει από τον Ρούαρκ πως όταν άρχιζε η μάχη, ο αρχηγός της μάχης δεν είχε πια πραγματικό έλεγχο των γεγονότων. Τώρα το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να σταθεί και να περιμένει. «Έστω κι έτσι», είπε μαλακά, «νομίζω πως οι Σοφές θα ήταν περήφανες».

38

Μια Ξαφνική Ψύχρα

Ο πυρωμένος ήλιος ακόμα σκαρφάλωνε πίσω από την πλάτη του κι ο Ματ χαιρόταν που το πλατύγυρο καπέλο του έριχνε λίγη σκιά στο πρόσωπό του. Το Αλταρανό δάσος ήταν γυμνό από φύλλα όπως το χειμώνα, ξερό καφέ αντί για πράσινο, με πεύκα και λέδερλιφ κι άλλα αειθαλή να μοιάζουν καμένα, με βελανιδιές, μελίες και σουίτγκαμ που τους είχαν πέσει τα φύλλα. Το μεσημέρι δεν είχε έρθει ακόμα, το αποκορύφωμα της ζέστης θα ερχόταν αργότερα, αλλά ήδη η μέρα ήταν σωστό καμίνι. Το σακάκι του ήταν κρεμασμένο στα σακίδια της σέλας του, όμως ο ιδρώτας έκανε το φίνο λινό πουκάμισο να κολλά πάνω του. Οι οπλές του Πιπς έτριζαν πάνω σε ξερές φτέρες και πεσμένα φύλλα, τα οποία σχημάτιζαν ένα χοντρό στρώμα πάνω από τα άλλα που σάπιζαν λιπαίνοντας το έδαφος, κι η Ομάδα προχωρούσε τριζοβολώντας στο χώμα του δάσους. Ελάχιστα πουλιά εμφανίζονταν, κι αυτά αστραπιαία ανάμεσα στα κλαριά, ενώ σκίουροι πουθενά. Υπήρχαν μύγες, όμως, και δαγκωσέμια, λες κι ήταν κατακαλόκαιρο αντί για λιγότερο από ένα μήνα πριν από τη Γιορτή των Φώτων. Δεν υπήρχε διαφορά απ’ ό,τι είχε δει πιο πίσω στον Ερινίν, αλλά ένιωθε ανήσυχα βρίσκοντας τα ίδια κι εδώ. Στ’ αλήθεια πυρπολούνταν ολόκληρος ο κόσμος;

Η Αβιέντα προχωρούσε με μεγάλα βήματα πλάι στον Πιπς με το σακίδιο στην πλάτη της, δείχνοντας αδιαφορία για τα δέντρα που ξεραίνονταν και τις μύγες που τσιμπούσαν, και παρά τα φουστάνια της, προχωρούσε πολύ πιο αθόρυβα από το άλογο. Τα μάτια της χτένιζαν τα γύρω δένδρα, λες και δεν εμπιστευόταν τους ανιχνευτές και τους πλευρικούς φρουρούς της Ομάδας για να εντοπίσουν κάποια ενέδρα. Δεν είχε δεχτεί ούτε μια φορά να καβαλήσει το άλογο, κάτι που ο Ματ ούτως ή άλλως δεν το περίμενε, αφού είχε δει τι γνώμη είχαν οι Αελίτες για την ιππασία, αλλά και δεν τους είχε δημιουργήσει πρόβλημα, εκτός αν θεωρούσες προκλητικό το ότι ακόνιζε το μαχαίρι της κάθε φορά που έκαναν στάση. Υπήρχε και το περιστατικό με τον Όλβερ, φυσικά. Ο Όλβερ, καβάλα στο μακρυπόδαρο γκρίζο μουνούχι που του είχε βρει ο Ματ από τα εφεδρικά άλογα, την κοίταζε επιφυλακτικά. Είχε προσπαθήσει να την καρφώσει με το μαχαίρι του τη δεύτερη νύχτα, φωνάζοντας για τους Αελίτες που είχαν σκοτώσει τον πατέρα του. Φυσικά, εκείνη απλώς του το είχε πάρει από το χέρι, αλλά όταν ο Ματ του είχε δώσει μια σφαλιάρα κι είχε προσπαθήσει να του εξηγήσει τη διαφορά μεταξύ των Σάιντο και των άλλων Αελιτών —κάτι που κι ο ίδιος ο Ματ δεν ήταν σίγουρος ότι το αντιλαμβανόταν— ο Όλβερ την αγριοκοίταζε διαρκώς. Δεν συμπαθούσε τους Αελίτες. Όσο για την Αβιέντα, ο Όλβερ φαινόταν να της προκαλεί νευρικότητα, κάτι το οποίο ο Ματ δεν καταλάβαινε διόλου.