Выбрать главу

Τα δένδρα ήταν αρκετά ψηλά και θα άφηναν την αύρα να περνά από την αραιή κανόπη εκεί ψηλά, όμως το λάβαρο του Κόκκινου Χεριού κρεμόταν νωθρά, το ίδιο και τα δύο που είχε ξεθάψει όταν ο Ραντ τους είχε περάσει από την πύλη στο νυχτωμένο λιβάδι: το Λάβαρο του Δράκοντα με την χρυσοκόκκινη μορφή κρυμμένη μέσα στις λευκές πτυχές, κι ένα από εκείνα που η Ομάδα ονόμαζε Λάβαρα του αλ’Θόρ, με το αρχαίο σύμβολο των Άες Σεντάι, το οποίο ευτυχώς ήταν επίσης κρυμμένο στην εσωτερική μεριά. Το Κόκκινο Χέρι το είχε ένας ψημένος στη μάχη σημαιοφόρος, ένας άνδρας με στενά μάτια και περισσότερες ουλές από τον Ντήριντ, που επέμενε να μεταφέρει το λάβαρο με τα χέρια για ένα διάστημα κάθε μέρα, κάτι που έκαναν ελάχιστοι σημαιοφόροι. Ο Ταλμέηνς κι ο Ντήριντ είχαν φέρει επιπλέον στρατιώτες για τα άλλα δύο, νεαρούς και φρέσκα προσωπάκια που είχαν φανεί αρκετά αξιόπιστοι για να αναλάβουν κάποιες ευθύνες.

Τρεις μέρες διέσχιζαν την Αλτάρα, τρεις μέρες μέσα στο δάσος δίχως να δουν ούτε έναν Δρακορκισμένο —ούτε κι οποιονδήποτε άλλο— κι ο Ματ έλπιζε να συνέχιζαν έτσι ερημικά τουλάχιστον και σήμερα που ήταν η τέταρτη πριν φτάσουν το Σαλιντάρ. Εκτός από τις Άες Σεντάι, το πρόβλημα θα ήταν πώς μπορούσε να εμποδίσει την Αβιέντα να χιμήξει στο λαιμό της Ηλαίην. Δεν είχε ιδιαίτερη αμφιβολία για το λόγο που ακόνιζε συνεχώς εκείνο το μαχαίρι· η αιχμή λαμπύριζε σαν πετράδι. Φοβόταν ότι θα κατέληγε να κουβαλήσει την Αελίτισσα στο Κάεμλυν υπό φρουρά, με την Κόρη—Διάδοχο να απαιτεί συνεχώς τον απαγχονισμό της. Αυτός ο Ραντ κι οι άτιμες οι γυναίκες του! Κατά την άποψη του Ματ, ό,τι επιβράδυνε την Ομάδα και τον καθυστερούσε από το μπέρδεμα που περίμενε να βρει στο Σαλιντάρ, ήταν για καλό. Σ’ αυτό βοηθούσε το ότι σταματούσαν νωρίς και ξεκινούσαν αργά. Το ίδιο κι οι άμαξες με τα εφόδια στην οπισθοφυλακή, που ήταν τόσο βραδυκίνητες στο δάσος. Αλλά η Ομάδα δεν μπορούσε να χρονοτριβεί διαρκώς. Ο Βάνιν όλο και κάτι θα έβρισκε, πιο νωρίς από το επιθυμητό.

Λες και τον είχε προσκαλέσει η σκέψη του ονόματος του, ο χοντρός ανιχνευτής εμφανίστηκε μέσα από τα δένδρα πιο μπροστά, μαζί με τέσσερις καβαλάρηδες. Είχε φύγει με έξι πριν την αυγή.

Ο Ματ σήκωσε τη σφιγμένη γροθιά του, σημάδι για στάση, και τα μουρμουρητά διέτρεξαν τη φάλαγγα. Η πρώτη διαταγή του φεύγοντας από την πύλη ήταν, «ούτε ταμπούρλα, ούτε τρομπέτες, ούτε φλάουτα, ούτε κι αυτά τα παλιοτράγουδα», και παρ’ όλο που στην αρχή μερικοί είχαν κατσουφιάσει, μετά την πρώτη μέρα σε κείνη τη δασώδη περιοχή που δεν έβλεπες καθαρά πάνω από εκατό βήματα, και σπανίως έστω και τόσο, κανείς δεν διαμαρτυρόταν.

Ο Ματ, γέρνοντας τη λόγχη του στη σέλα, περίμενε ώσπου ο Βάνιν πλησίασε και χτύπησε νωθρά τις αρθρώσεις των δαχτύλων του στο μέτωπό του.

Ο ανιχνευτής έγειρε από τη μια μεριά της σέλας του για να φτύσει από ένα χάσμα στα δόντια του. Είχε αρχή φαλάκρας κι ίδρωνε τόσο πολύ που έμοιαζε να λιώνει. «Τους βρήκα. Οκτώ με δέκα μίλια δυτικά. Υπάρχουν Πρόμαχοι σ’ εκείνα τα δάση. Είδα έναν να πιάνει τον Μαρ· βγήκε από το πουθενά μ’ εκείνο το μανδύα που φοράνε και τον γκρέμισε από τη σέλα. Τον πήρε με το άγριο, αλλά δεν τον σκότωσε. Φαντάζομαι κι ο Λάντγουιν για τον ίδιο λόγο δεν ήρθε».

«Ξέρουν, λοιπόν, ότι είμαστε εδώ». Ο Ματ ανάσαινε βαριά από τη μύτη. Δεν περίμενε ότι οι δύο άνδρες θα κρατούσαν το στόμα τους κλειστό μπροστά στους Προμάχους, πόσο μάλλον στις Άες Σεντάι. Αλλά, βέβαια, οι Άες Σεντάι αργά ή νωρίς θα το μάθαιναν. Απλώς ήθελε να το μάθαιναν πιο αργά. Χτύπησε με το χέρι μια γαλαζόμυγα, αλλά εκείνη έφυγε βουίζοντας, αφήνοντας μια σταγόνα αίμα στον καρπό του. «Πόσες;»

Ο Βάνιν έφτυσε ξανά. «Περισσότεροι απ’ όσους υπολόγιζα να δω. Έφτασα πεζός στο χωριό, και παντού υπήρχαν πρόσωπα των Άες Σεντάι. Διακόσιες, μπορεί τριακόσιες. Μπορεί και τετρακόσιες. Δεν ήθελα να με πάρουν χαμπάρι, αν μετρούσα». Πριν συνέλθει από το σοκ, ο άλλος τού ετοίμαζε και δεύτερο. «Έχουν επίσης στρατό. Το κύριο μέρος του έχει στρατοπεδεύσει στον Βορρά. Είναι περισσότεροι από τους άνδρες που έχεις. Ίσως διπλάσιοι».