Ο Ταλμέηνς, ο Ναλέσεν κι ο Ντήριντ είχαν πλησιάσει στο μεταξύ, ιδρώνοντας και διώχνοντας μύγες και δαγκωσέμια. «Το ακούσατε;» ρώτησε ο Ματ κι εκείνοι ένευσαν βαριά. Είχε μεγάλη τύχη στις μάχες, αλλά αν τα έβαζε με δύναμη που τον ξεπερνούσε δύο προς ένα, κι επιπλέον με εκατοντάδες Άες Σεντάι, η τύχη του θα έφτανε στα όριά της. «Δεν ήρθαμε εδώ για να πολεμήσουμε», τους θύμισε, όμως αυτοί συνέχισαν να είναι κατσουφιασμένοι. Η παρατήρηση του δεν είχε παρηγορήσει ούτε τον ίδιο. Αυτό που είχε σημασία ήταν αν οι Άες Σεντάι ήθελαν να πολεμήσει ο δικός τους στρατός.
«Προετοιμάστε την Ομάδα για να δεχθεί επίθεση», διέταξε. «Ανοίξτε όσο χώρο μπορείτε και χρησιμοποιήστε τους κορμούς για να φτιάξετε φράγματα». Ο Ταλμέηνς έκανε μια γκριμάτσα σχεδόν εξίσου σκληρή με τον Ναλέσεν· τους άρεσε να είναι στη σέλα και να κινούνται όταν πολεμούσαν. «Σκεφτείτε. Μπορεί αυτή τη στιγμή να υπάρχουν Πρόμαχοι που μας παρακολουθούν». Ξαφνιάστηκε όταν είδε τον Βάνιν να νεύει και να κάνει νόημα προς τα δεξιά τους με ιδιαίτερο τρόπο. «Αν μας δουν ότι προετοιμαζόμαστε για άμυνα, τότε είναι ολοφάνερο ότι δεν είναι στις προθέσεις μας να επιτεθούμε. Ίσως τους κάνει να μας αφήσουν ήσυχους, κι αν όχι, τουλάχιστον θα είμαστε έτοιμοι». Αυτό το κατάλαβαν, ο Ταλμέηνς γρηγορότερα από τον Ναλέσεν. Ο Ντήριντ από την αρχή ένευε το κεφάλι.
Στρίβοντας το λαδωμένο γενάκι του, ο Ναλέσεν μουρμούρισε, «Τι σκοπεύεις να κάνεις τότε; Να κάτσεις να τους περιμένεις;»
«Αυτό θα κάνετε εσείς», του είπε ο Ματ. Που να καεί ο Ραντ κι οι «καμιά πενηνταριά Άες Σεντάι» τον! «Απλώς ζόρισε τις· εκφόβισέ τις λιγάκι», έλεγε, που να καεί! Του φάνηκε ότι θα ήταν καλή ιδέα να περιμένει εκεί μέχρι να έρθει κάποιος από το χωριό και να ρωτήσει ποιοι ήταν και τι γύρευαν. Αυτή τη φορά δεν θα υπήρχαν τα κόλπα των τα’βίρεν. Αν γινόταν μάχη, θα ερχόταν να τον βρει εδώ· δεν θα πήγαινε αυτός να πέσει μέσα.
«Κατά κει είναι;» είπε η Αβιέντα, δείχνοντας. Δίχως να περιμένει απάντηση, έριξε το σάκο στην πλάτη της κι άρχισε να προχωρά δυτικά με μεγάλες δρασκελιές.
Ο Ματ την κοίταξε να φεύγει. Παλιό-Αελίτες. Θα πήγαινε κανείς Πρόμαχος να την πιάσει, κι αυτή θα του έκοβε το κεφάλι. Ή ίσως όχι, αφού οι Πρόμαχοι ήταν αυτοί που ήταν· αν προσπαθούσε η Αβιέντα να μαχαιρώσει κανέναν, μπορεί να την πάθαινε η ίδια. Εκτός αυτού, αν έφτανε στην Ηλαίην κι άρχιζαν τα μαλλιοτραβήγματα για τον Ραντ, ή, ακόμα χειρότερα, αν την κάρφωνε με το μαχαίρι... Η Αβιέντα προχωρούσε γοργά, σχεδόν τρέχοντας, ανυπομονώντας να φτάσει στο Σαλιντάρ. Μα το αίμα και τις στάχτες!
«Ταλμέηνς, αναλαμβάνεις τη διοίκηση μέχρι να επιστρέψω, αλλά μη το κουνήσεις ρούπι, εκτός αν η Ομάδα δεχθεί ισχυρή επίθεση. Αυτοί οι τέσσερις θα σου πουν τι είναι πιθανόν να αντιμετωπίσεις. Βάνιν, έλα μαζί μου. Όλβερ, κάτσε κοντά στον Ντήριντ, σε περίπτωση που θέλει κάποιον για μηνύματα. Μάθε τον να παίζει Φίδια κι Αλεπούδες», πρόσθεσε, χαμογελώντας πονηρά στον Ντήριντ. «Μου είπε ότι θέλει να μάθει». Ο Ντήριντ έμεινε με το στόμα ανοιχτό, όμως ο Ματ είχε ήδη φύγει. Θα ήταν αστείο, αν κατέληγε μ’ ένα καρούμπαλο στο κεφάλι να τον πηγαίνει σέρνοντας στο Σαλιντάρ κανένας Πρόμαχος. Πώς μπορούσε να ελαχιστοποιήσει αυτή την πιθανότητα; Το βλέμμα του έπεσε στα λάβαρα. «Εσύ μείνε εδώ», είπε στον ψαρομάλλη σημαιοφόρο. «Οι άλλοι δύο ελάτε μαζί μου. Κι έχετε τις σημαίες μαζεμένες».
Η παράξενη μικρή ομάδα του έφτασε γρήγορα την Αβιέντα. Αν υπήρχε κάτι που μπορούσε να πείσει τους Προμάχους να τους αφήσουν να περάσουν ανενόχλητοι, θα έφτανε μια ματιά. Δεν υπήρχε καμία απειλή σε μια παρέα αποτελούμενη από μια γυναίκα και τέσσερις άνδρες που προφανώς δεν έκαναν καμία προσπάθεια να περάσουν απαρατήρητοι, μεταφέροντας μάλιστα δύο λάβαρα. Κοίταξε τους βοηθούς σημαιοφόρους. Πάλι δεν φυσούσε αέρας, αλλά αυτοί είχαν τα λάβαρα δεμένα στους ιστούς. Τα πρόσωπά τους ήταν σφιγμένα. Μόνο ένας βλάκας θα ήθελε να είναι ανάμεσα σε Άες Σεντάι και να απλωθούν τα λάβαρα από ένα ξαφνικό αεράκι.
Η Αβιέντα τον λοξοκοίταξε κι ύστερα προσπάθησε να του βγάλει την μπότα από τον αναβολέα. «Άσε με να ανέβω», τον διέταξε κοφτά.
Μα γιατί στο Φως ήθελε τώρα ν’ ανέβει στο άλογο; Δεν θα την άφηνε να σκαρφαλώσει μόνη της, ίσως ρίχνοντας τον από τη σέλα καθώς θα πάλευε να ανέβει· είχε ξαναδεί μια-δυο φορές Αελίτες να ανεβαίνουν σε άλογο.