Выбрать главу

Έδιωξε άλλη μια μύγα, έσκυψε και την έπιασε από το χέρι. «Κρατήσου», της είπε, και την ανέβασε πίσω του μ’ ένα αγκομαχητό. Ήταν σχεδόν στο μπόι του, με στιβαρό κορμί. «Αγκάλιασε με από τη μέση». Εκείνη απλώς τον κοίταξε και στριφογύρισε αδέξια για να καθίσει ιππαστί, με τα πόδια γυμνά ως πάνω από το γόνατο, χωρίς να την ενοχλεί καθόλου αυτό. Ωραία πόδια, όμως ο Ματ δεν θα ξανάμπλεκε με Αελίτισσα, ακόμα κι αν δεν ήταν ερωτοχτυπημένη με τον Ραντ.

Μετά από λίγη ώρα, η Αβιέντα του μίλησε από πίσω. «Το αγόρι, ο Όλβερ. Οι Σάιντο σκότωσαν τον πατέρα του;»

Ο Ματ ένευσε, χωρίς να γυρίσει το κεφάλι να την κοιτάξει. Άραγε, θα προλάβαινε να δει τους Πρόμαχους πριν να είναι πολύ αργά; Ο Βάνιν προπορευόταν κι ήταν γερμένος στη σέλα σαν σακί με λίπος όπως πάντα, αλλά κοίταζε γύρω με κοφτερό βλέμμα.

«Η μητέρα του πέθανε από πείνα;» ρώτησε η Αβιέντα.

«Ναι, ή ίσως από αρρώστια». Οι Πρόμαχοι φορούσαν μανδύες που γίνονταν ένα με ό,τι υπήρχε γύρω τους. Μπορούσες να προσπεράσεις κάποιον και να μη τον δεις καθόλου. «Ο Όλβερ δεν είπε συγκεκριμένα, κι εγώ δεν τον πίεσα. Την έθαψε με τα ίδια του τα χέρια. Γιατί; Νομίζεις ότι του χρωστάς κάτι επειδή οι Αελίτες του πήραν την οικογένεια;»

«Να του χρωστώ;» Φαινόταν έκπληκτη. «Δεν σκότωσα κανέναν τους, αλλά και να τους είχα σκοτώσει, ήταν δενδροφονιάδες. Πώς είναι δυνατόν να έχω τοχ;» Δίχως παύση, συνέχισε να μιλά σαν να ακολουθούσε το ίδιο θέμα. «Δεν τον φροντίζεις σωστά, Ματ Κώθον. Ξέρω ότι οι άνδρες δεν σκαμπάζουν από ανατροφή παιδιών, αλλά είναι πολύ νέος για να περνά όλο του τον καιρό με ώριμους άνδρες».

Ο Ματ τότε την κοίταξε κι ανοιγόκλεισε τα μάτια. Η Αβιέντα είχε βγάλει το μαντίλι της και χτένιζε τα σκουροκόκκινα μαλλιά της με μια χτένα από γυαλισμένη πρασινόπετρα. Έμοιαζε να αφιερώνει εκεί όλη την προσοχή της. Και στο να μην πέσει από το άλογο. Είχε φορέσει επίσης ένα περίτεχνα δουλεμένο ασημένιο μενταγιόν κι ένα πλατύ βραχιόλι από σμιλεμένο φίλντισι.

Κουνώντας το κεφάλι του, ξανάπιασε να παρατηρεί το δάσος. Μπορεί να ήταν Αελίτες, αλλά έμοιαζαν σε κάποια πράγματα με τον υπόλοιπο κόσμο. Αν κοντεύει το τέλος του κόσμου, η γυναίκα θα ζητήσει λίγη ώρα για να φτιάξει τα μαλλιά της. Αν έρχεται το τέλος του κόσμου, η γυναίκα θα βρει λίγες στιγμές για να πει στον άνδρα για κάποιο στραβό που έκανε. Θα άφηνε ένα πνιχτό γέλιο μ’ αυτό, αν δεν αναρωτιόταν μήπως υπήρχαν Πρόμαχοι που τον παρακολουθούσαν την ίδια στιγμή.

Ο ήλιος είχε ανέβει στο ζενίθ του και το είχε περάσει, όταν ξαφνικά το δάσος τελείωσε απότομα. Ούτε εκατό βήματα αποψιλωμένης περιοχής δεν χώριζαν τα δένδρα από το χωριό, και τα φυτά έμοιαζαν να έχουν κοπεί πρόσφατα. Το Σαλιντάρ ήταν μεγαλούτσικο χωριό με κτήρια από γκρίζα πέτρα με καλαμένιες σκεπές, κι οι δρόμοι ξεχείλιζαν από κόσμο. Ο Ματ ανασήκωσε τους ώμους μέσα στο σακάκι του· ήταν από φίνο πράσινο μετάξι, χρυσοκέντητο στα μανικέτια και το ψηλό κολάρο, και θα έπρεπε να ήταν αρκετά καλό για να συναντηθεί με Άες Σεντάι. Το άφησε, όμως, να κρέμεται ξεκούμπωτο· δεν θα πέθαινε από τη ζέστη για τις Άες Σεντάι.

Κανείς δεν προσπάθησε να τον σταματήσει καθώς έμπαιναν, αλλά οι άνθρωποι κοντοστάθηκαν κι όλα τα μάτια στράφηκαν πάνω του και στην παράξενη παρέα του. Σίγουρα ήξεραν. Όλοι το ήξεραν. Σταμάτησε να μετρά τα πρόσωπα των Άες Σεντάι όταν έφτασε στο πενήντα· είχε φτάσει στον αριθμό αυτό τόσο γρήγορα που ήταν λόγος ανησυχίας. Δεν υπήρχαν στρατιώτες στο δρόμο, εκτός αν μετρούσες τους Προμάχους, εκ των οποίων άλλοι φορούσαν εκείνους τους μανδύες που άλλαζαν χρώματα κι άλλοι άγγιζαν τις λαβές των σπαθιών τους κοιτάζοντάς τον να περνά. Το ότι δεν υπήρχαν στρατιώτες στο χωριό σήμαινε ότι ήταν όλοι στα στρατόπεδα που είχε αναφέρει ο Βάνιν. Και το ότι όλοι οι στρατιώτες ήταν στα στρατόπεδα σήμαινε ότι ήταν έτοιμοι να κάνουν κάτι. Ο Ματ ευχήθηκε να ακολουθούσε ο Ταλμέηνς τις οδηγίες του. Ο Ταλμέηνς είχε μυαλό, αλλά τον έπιανε ίδιος ενθουσιασμός με τον Ναλέσεν για να φύγει και να κάνει καμιά επιδρομή. Θα είχε αφήσει επικεφαλής τον Ντήριντ —ο Ντήριντ είχε δει τόσες μάχες που δεν ένιωθε πια ενθουσιασμό— αλλά δεν θα το δέχονταν οι ευγενείς. Επίσης, δεν φαινόταν να υπάρχουν μύγες στο Σαλιντάρ. Ίσως να ξέρουν κάτι που δεν ξέρω.

Το βλέμμα του στάθηκε σε μια γυναίκα, μια ομορφούλα με παράξενα ρούχα, που φορούσε πλατύ κίτρινο παντελόνι και κοντό λευκό σακάκι, με τα χρυσά μαλλιά της πλεγμένα σε μια παράξενη πλεξούδα που έφτανε ως τη μέση της. Το παράξενο ήταν ότι είχε τόξο. Δεν ήταν πολλές οι γυναίκες που προτιμούσαν το τόξο. Τον είδε να την κοιτάζει και χώθηκε σ’ ένα στενάκι. Κάτι του θύμιζε, μα δεν ήξερε τι. Ήταν ένα πρόβλημα μ’ εκείνες τις αρχαίες αναμνήσεις· όλο έβλεπε ανθρώπους που του θύμιζαν κάποιον, ο οποίος, όταν στο τέλος το ξεδιάλυνε, αποδεικνυόταν ότι ήταν χίλια χρόνια νεκρός. Ίσως επίσης να είχε δει στ’ αλήθεια κάποια που έμοιαζε μ’ αυτήν. Οι τρύπες σ’ όσα θυμόταν από τη δική του ζωή είχαν ασαφή όρια. Μάλλον θα ’ναι καμιά Κυνηγός του Κέρατος, σκέφτηκε με δυσφορία και την έδιωξε από το μυαλό του.