Θα ήταν άσκοπο να προχωράνε με τα άλογα ώσπου να τους μιλήσει κάποιος, γιατί απ’ ό,τι φαινόταν δεν θα τους μιλούσε κανείς. Ο Ματ τράβηξε τα γκέμια κι ένευσε σε μια λεπτή μελαχρινή γυναίκα που σήκωσε το βλέμμα της πάνω του με μια ατάραχη ερωτηματική έκφραση. Ήταν ομορφούλα, με υπερβολικά αδύνατη για τα γούστα του, παρά το αγέραστο πρόσωπό της. Σε ποιον θα άρεσε να τον τρυπάνε κόκαλα με κάθε αγκάλιασμα; «Το όνομά μου είναι Ματ Κώθον», είπε ήρεμα. Αν ήθελε υποκλίσεις κι ευγένειες, ας πήγαινε στα τσακίδια, αλλά δεν υπήρχε λόγος να την πάρει με το άγριο από την αρχή. «Ψάχνω για την Ηλαίην Τράκαντ και την Εγκουέν αλ’Βέρ. Και τη Νυνάβε αλ’Μεάρα, θα έλεγα». Ο Ραντ δεν είχε πει γι’ αυτήν, αλλά ο Ματ ήξερε ότι κι εκείνη είχε πάει μαζί με την Ηλαίην.
Η Άες Σεντάι βλεφάρισε έκπληκτη, όμως η γαλήνη της επέστρεψε αυτοστιγμεί. Κοίταξε έναν-έναν εξεταστικά τον Ματ και τους άλλους, το βλέμμα της κοντοστάθηκε στην Αβιέντα, κι ύστερα κοίταξε τους σημαιοφόρους τόση ώρα που ο Ματ αναρωτήθηκε μήπως διέκρινε τον Δράκοντα και τον ασπρόμαυρο δίσκο μέσα από το διπλωμένο ύφασμα. «Ακολουθήστε με», είπε τελικά. «Θα δω αν μπορεί να σας δεχθεί η Έδρα της Άμερλιν». Μάζεψε τα φουστάνια της και πήρε δρόμο.
Καθώς ο Ματ χτυπούσε τον Πιπς με τις φτέρνες για να την ακολουθήσει, ο Βάνιν άφησε το καφεγκρίζο άλογο του να μείνει λίγο πίσω και μουρμούρισε, «Ποτέ δεν είναι καλή ιδέα να ρωτάς τις Άες Σεντάι για οτιδήποτε. Εγώ θα σου έδειχνα πού να πας». Τίναξε το κεφάλι προς έναν διώροφο πέτρινο κύβο μπροστά τους. «Μικρό Πύργο το ονομάζουν».
Ο Ματ σήκωσε τους ώμους με μια ανησυχία. Μικρός Πύργος; Κι είχαν κάποια που αποκαλούσαν Έδρα της Άμερλιν; Αμφέβαλλε αν η γυναίκα αυτή εννοούσε την Ελάιντα. Ο Ραντ πάλι λάθος είχε κάνει. Αυτή η παρέα δεν ήταν φοβισμένη. Ήταν τόσο παλαβές με τα μυαλά φουσκωμένα που αποκλείεται να φοβούνταν.
Μπροστά στον πέτρινο κύβο, η κοκαλιάρα Άες Σεντάι είπε αυταρχικά, «Περιμένετε εδώ», και τρύπωσε μέσα.
Η Αβιέντα κατέβηκε από το άλογο κι ο Ματ τη μιμήθηκε γοργά, έτοιμος να την αρπάξει, αν έκανε να το σκάσει. Μπορεί να του στοίχιζε λίγο αίμα, αλλά δεν θα την άφηνε να χιμήξει και να κόψει το λαιμό της Ηλαίην πριν καν ο ίδιος προλάβει να μιλήσει με τη λεγόμενη Άμερλιν. Αλλά εκείνη απλώς στάθηκε εκεί, κοιτώντας ίσια μπροστά με τα χέρια στη μέση της και το επώμιο να αγκαλιάζει τους αγκώνες της. Έδειχνε εντελώς ατάραχη, όμως αυτού τού φαινόταν ότι ήταν κατατρομαγμένη. Αν είχε λίγο μυαλό, αυτό θα ένιωθε. Ένα πλήθος είχε μαζευτεί γύρω τους.
Είχαν αρχίσει να συγκεντρώνονται Άες Σεντάι, στριμώχνοντας τους στην πρόσοψη του Μικρού Πύργου τους, κοιτώντας τον σιωπηλά κι επίμονα, και το ημικύκλιο των γυναικών πύκνωνε όσο περνούσε η ώρα που στέκονταν εκεί. Για την ακρίβεια, έμοιαζαν να κοιτάζουν εξίσου την Αβιέντα, όμως ο Ματ ένιωθε όλα αυτά τα απαθή, αινιγματικά βλέμματα. Έκανε να αγγίξει την ασημένια αλεπουδοκεφαλή που κρεμόταν κάτω από το πουκάμισο του και μόνο την τελευταία στιγμή σταμάτησε.
Μια ασχημούλα Άες Σεντάι ξεχώρισε από το πλήθος, οδηγώντας μια λεπτή νεαρή με λευκά ρούχα και μεγάλα μάτια. Ο Ματ θυμόταν αμυδρά την Ανάγια, όμως εκείνη δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον γι’ αυτόν. «Είσαι σίγουρη, παιδί μου;», ρώτησε τη μαθητευόμενη.
Το στόμα της νεαρής σφίχτηκε λιγάκι, όμως δεν έδειξε ενόχληση στη φωνή της. «Ακόμα δείχνει να θαμπολάμπει ή να αστράφτει. Στ’ αλήθεια το βλέπω. Απλώς δεν ξέρω γιατί».
Η Ανάγια της χάρισε ένα κατευχαριστημένο χαμόγελο. «Είναι τα’βίρεν, Νίκολα. Ανακάλυψες το πρώτο σου Ταλέντο. Μπορείς να βλέπεις τους τα’βίρεν. Τώρα, γύρνα στην τάξη σου. Γρήγορα. Μη χάνεις μαθήματα». Η Νίκολα έκλινε το γόνυ, ρίχνοντας μια τελευταία ματιά στον Ματ, και χώθηκε στον κλοιό των Άες Σεντάι.
Τότε η Ανάγια έστρεψε πάνω της το βλέμμα του, ένα από εκείνα τα βλέμματα των Άες Σεντάι που είχαν σκοπό να ταράξουν τον άνδρα. Τον Ματ τον τάραξε για τα καλά. Φυσικά κάποιες Άες Σεντάι ήξεραν γι’ αυτόν —κάποιες ήξεραν πολύ περισσότερα απ’ όσα θα ήθελε, και τώρα που το σκεφτόταν, θυμόταν ότι μάλλον η Ανάγια ήταν μια από αυτές— αλλά το να ανακοινώνονται μερικά πράγματα με τέτοιο τρόπο, μπροστά σε τόσες γυναίκες με τα ψυχρά μάτια των Άες Σεντάι... Τα χέρια του χάιδεψαν το σμιλεμένο κοντάρι της λόγχης του. Μπορεί να είχε την αλεπουδοκεφαλή, αλλά ήταν αρκετές απλώς για να τον πιάσουν με τα χέρια και τον πάρουν από κει. Ανάθεμα τις Άες Σεντάι! Ανάθεμα τον Ραντ!